Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΕΥ ΠΟΛΙΤΕΥΕΣΘΑΙ

Από τον Καπιταλισμό στον Δεκαπιταλισμό

4 λεπτά Ο καπιταλισμός έχει φτάσει σε μια καινούργια φάση. Πλέον, όποιος παρακολουθεί τις εξελίξεις στην οικονομία και την πολιτική βλέπει ότι το σύστημα δεν λειτουργεί όπως παλιά — δεν θυμίζει σε πολλά τον καπιταλισμό του 20ού αιώνα. Παραγωγή; Έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Η πραγματική φάμπρικα τώρα είναι το χρηματοοικονομικό παιχνίδι , κερδοσκοπία, αγορές κεφαλαίου, φούσκες μετοχών. Μερικοί έφτιαξαν και καινούργιο όρο γι’ αυτό: το λένε «δεκαπιταλισμό». Δεν είναι κάποιο καινούργιο σύστημα, ούτε κάτι έξω από τον καπιταλισμό που ξέρουμε. Στην ουσία είναι το τελευταίο του στάδιο, εκεί που το κεφάλαιο έχει μεγαλώσει τόσο πολύ που αφήνει την εργασία και τη δημοκρατία στη γωνία. Αυτό θα προσπαθήσουμε να πιάσουμε στο άρθρο: γιατί, όσο και αν δεν το παραδέχονται όλοι, ο καπιταλισμός φαίνεται να ακουμπά τα ιστορικά του όρια — και γιατί δεν είναι πια πολυτέλεια, αλλά ανάγκη, να φανταστούμε κάτι άλλο. Γιατί φτάσαμε στο τέλος; Η απάντηση είναι σχεδόν αυτονόητη. Όταν ένα οικονομικό σύστημα αυξάνει συνέχεια τον πλούτο αλλά η ζωή της πλειοψηφίας όλο και χειροτερεύει, μάλλον έχει εξαντλήσει το ρόλο του. Οι εργαζόμενοι σήμερα παράγουν περισσότερο από ποτέ, αλλά και πάλι οι μισθοί δεν ανεβαίνουν, το να έχεις σπίτι γίνεται κάτι σαν όνειρο και το κόστος ζωής τραβάει διαρκώς την ανηφόρα. Από την άλλη, οι μεγάλες εταιρείες και τα επενδυτικά κεφάλαια θησαυρίζουν όσο ποτέ. Αυτή η αντίφαση δεν είναι κάποιο λάθος, είναι το DNA του καπιταλισμού. Οι διεθνείς εξελίξεις το φωνάζουν ξεκάθαρα. Βλέπουμε εμπορικούς πολέμους, διαμάχες ΗΠΑ-Ευρώπης, δασμούς… Κανένας δεν παλεύει για τα δικαιώματα των εργαζομένων. Όλο το παιχνίδι γίνεται για τα μεγάλα συμφέροντα. Και ξέρετε ποιος πληρώνει το λογαριασμό; οι λαοί, με πιο ακριβά προϊόντα, ανασφάλεια και στάσιμη οικονομία. Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις στη Δύση ρίχνουν όλο και περισσότερα χρήματα σε εξοπλισμούς. Οπλικά συστήματα, αμυντικές βιομηχανίες, πολεμικά σχέδια… και για την υγεία, την παιδεία, την πρόνοια; Ψίχουλα. Οι πραγματικές ανάγκες απλώς παραμερίζονται μπροστά στις απαιτήσεις του κεφαλαίου και των γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Μαρξ: η προειδοποίηση έγινε πραγματικότητα Τον 19ο αιώνα , ο Καρλ Μαρξ έγραφε ότι ο καπιταλισμός θα οδηγούσε, αργά ή γρήγορα, στη συγκέντρωση πλούτου και δύναμης σε όλο και λιγότερα χέρια. Η υπεραξία, δηλαδή η αξία που δημιουργεί ο εργαζόμενος, τελικά πηγαίνει σε αυτόν που έχει το κεφάλαιο, ενώ οι ανισότητες διαρκώς διευρύνονται. Τώρα, αυτό δεν είναι απλώς μια θεωρία. Είναι η νέα πραγματικότητα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν εξελιχθεί σε τεράστιες δυνάμεις — επηρεάζουν κυβερνήσεις, χαράσσουν πολιτικές, συχνά αλλάζουν ακόμα και τη διεθνή σκηνή. Η πολιτική πλέον δεν μπορεί να περιορίσει το κεφάλαιο. Το κεφάλαιο είναι αυτό που κατευθύνει την πολιτική. Και στην Ελλάδα; Τι γίνεται εδώ; Η εικόνα είναι γνώριμη. Μπορεί στα χαρτιά κάποια οικονομικά μεγέθη να βελτιώνονται, αλλά στην πράξη, η καθημερινότητα δύσκολα θυμίζει «ανάπτυξη». Η ακρίβεια σπάει ρεκόρ, τα εισοδήματα μένουν χαμηλά, η στέγη είναι μειωμένα διαθέσιμη. Τα μεγάλα συμφέροντα όμως, συνεχίζουν ακάθεκτα. Κι όταν σκάνε σκάνδαλα, όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ, γίνεται φανερό ότι η διαπλοκή πολιτικής και οικονομίας δεν έχει εξαλειφθεί. Δεν είναι ζήτημα προσώπων, αλλά ενός ολόκληρου, στρεβλωμένου συστήματος που αφήνει τις ισχυρές ομάδες να κάνουν ό,τι θέλουν. Τι είναι ο δεκαπιταλισμός; Ο «δεκαπιταλισμός» είναι το πιο αυθεντικό πρόσωπο αυτής της εποχής. Η οικονομία έχει πάψει να παράγει ουσιαστικά πράγματα και έχει γίνει μηχανισμός για τη δημιουργία χρηματοοικονομικού πλούτου. Οι επιχειρήσεις νοιάζονται περισσότερο για το πώς θα εκτοξευτεί η μετοχή τους — και λιγότερο αν θα παράγουν ή θα προσλάβουν εργαζόμενους. Το χρήμα γεννάει χρήμα, η πραγματική παραγωγή και η εργασία απαξιώνονται. Και αυτό δεν είναι παρέκκλιση. Είναι το φυσιολογικό επόμενο βήμα ενός συστήματος που, όσο συγκεντρώνει την οικονομική δύναμη, τόσο αφήνει τις κοινωνίες έξω από το παιχνίδι. Κι όσο περνάει αυτός ο έλεγχος στις αγορές, τόσο πιο δύσκολα αλλάζει και η πολιτική. Τι κάνουμε από εδώ και πέρα; Το ζήτημα δεν είναι αν ο καπιταλισμός δουλεύει «σωστά». Το πρόβλημα είναι ότι λειτουργεί ακριβώς όπως είναι σχεδιασμένος: κυνηγά το μέγιστο κέρδος, συγκεντρώνει πλούτο, δημιουργεί κρίσεις και ανισότητες. Καμία κυβέρνηση, καμία μεμονωμένη μεταρρύθμιση δεν αλλάζει αυτή τη βασική λογική. Όλα τα συστήματα στην Ιστορία είχαν μια αρχή και ένα τέλος. Ο καπιταλισμός δείχνει τα σημάδια του τέλους του: κρίσεις παντού, ανισότητες που μεγαλώνουν, κοινωνική δυσαρέσκεια. Το ερώτημα δεν είναι αν το σύστημα είναι σε κρίση, αυτό το έχουμε λύσει. Το ερώτημα είναι: τι έρχεται μετά; Δεν είναι λύση να προσπαθούμε να φτιάξουμε έναν «ανθρώπινο» καπιταλισμό. Η ιστορία έδειξε ότι τέτοια εγχειρήματα είναι πάντα προσωρινά. Όσο η οικονομία οργανώνεται με μοναδικό σκοπό το ιδιωτικό κέρδος, οι ίδιες αντιφάσεις θα επανέρχονται. Η διέξοδος βρίσκεται αλλού: να ξεπεράσουμε τον καπιταλισμό, να χτίσουμε μια σοσιαλιστική κοινωνία όπου τα βασικά μέσα παραγωγής θα ανήκουν σε όλους, όπου η οικονομία θα σχεδιάζεται με κέντρο τον άνθρωπο και όχι το κέρδος, και ο πλούτος που παράγεται θα επιστρέφει σε αυτούς που τον δημιουργούν. Ο δεκαπιταλισμός δεν είναι το μέλλον, είναι το τελευταίο κεφάλαιο ενός κύκλου που τέλειωσε. Το να αφήσουμε πίσω μας τον καπιταλισμό είναι ιστορική ανάγκη, όχι απλώς ιδεολογικό σύνθημα.

ΝΗΣΙΩΤΕΣ: ΠΟΛΙΤΕΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ;

Νησιώτες : Πολίτες δεύτερης κατηγορίας; Γράφει ο Γιώργος Τασιόπουλος Με την τουριστική σεζόν να έχει ήδη ξεκινήσει, τα ελληνικά νησιά γίνονται δέκτες πολλών επισκεπτών κάθε χρόνο, όπου ακόμα και τα ίδια δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν με τις λίγες υποδομές που διαθέτουν.Όμως, τι συμβαίνει όταν η σεζόν τελειώνει; Μεγαλώνοντας κι ο ίδιος σε ένα μικρό κυκλαδίτικο νησί, την Μήλο, παρακολουθούσα κάθε χρόνο το ίδιο θέαμα. Το καλοκαίρι, το νησί να ασφυκτιά από κόσμο με όλα τα μαγαζιά ανοιχτά, ενώ τον χειμώνα να υφίσταται το άκρως αντίθετο σκηνικό, το οποίο παραπέμπει σε ερημιά. Όπως γίνεται αντιληπτό, όταν ένας τόπος λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, η ίδια η ποιότητα ζωής παρακμάζει. Τα περισσότερα νησιά, αντιμετωπίζουν έλλειψη υγειονομικών υποδομών και προσωπικού, ενώ ακόμα και η ίδια η πρόσβαση στην παιδεία δεν είναι ίση, σε σύγκριση με αυτή στις πόλεις, καθώς είναι δύσκολος ο διορισμός εκπαιδευτικών αλλά και η ίδια η εγκατάστασή τους λόγω του προβλήματος εύρεσης κατοικίας.Μέσα σε αυτά τα ζητήματα, έρχεται να προστεθεί το πρόβλημα της ακτοπλοϊκής σύνδεσης ορισμένων νησιών με την ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και ο κίνδυνος αποκλεισμού τους, σε περίπτωση εκτεταμένων δυσχερών καιρικών συνθηκών. Επιπλέον, τίθεται και το θέμα της πρόσβασης στον πολιτισμό. Ο πολιτισμός δεν πρέπει να θεωρείται πολυτέλεια, αλλά ανάγκη. Πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις εκλείπουν από τα νησιά κι αυτό έχει ως συνέπεια, πολλά παιδιά να μην απολαμβάνουν τα θετικά που προσφέρει ο πολιτισμός. Ακόμα και οι εξωσχολικές δραστηριότητες είναι περιορισμένες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν πολλές εναλλακτικές για διέξοδο από την ρουτίνα τους αλλά και για την ανέλιξη τυχόν ταλέντων και δεξιοτήτων. Όμως, το συγκεκριμένο ζήτημα δεν αφορά μόνο τα νησιά αλλά αντιθέτως, και τις ίδιες τις πόλεις.Όταν μια οικογένεια βλέπει την δυσκολία της ζωής στα νησιά, δεν είναι απίθανο να μετακομίσει σε κάποια πόλη.Έτσι, τα νησιά χάνουν κατοίκους, ενώ στις πόλεις προκύπτει το θέμα του υπερπληθησμού (κυρίως στην Αθήνα), αλλά αυτό ανοίγει μια άλλη συζήτηση. Για τους παραπάνω λόγους, πρέπει να δοθούν πραγματικές και ουσιαστικές λύσεις όσον αφορά το θέμα της νησιωτικότητας. Φυσικά, τα οικονομικά κίνητρα μπορούν να βοηθήσουν μερικές οικογένειες να ζήσουν μόνιμα στο νησί, αλλά δεν μπορεί μονάχα αυτό να αποτελέσει μακροχρόνια λύση. Βασικό βήμα αποτελεί η καλύτερη ακτοπλοϊκή σύνδεση όλων των νησιών με αστικά κέντρα σε καθημερινή βάση σε χαμηλή τιμή εισιτηρίων για όλον τον χρόνο. Επιπλέον, οι Δήμοι χρειάζονται μεγαλύτερη χρηματοδότηση για υποδομές, οι οποίες δεν θα βοηθούν μόνο στην ανάπτυξη του τουριστικού προϊόντος, αλλά και στη σταδιακή βελτίωση της καθημερινότητας των μόνιμων κατοίκων. Ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο είναι η πραγματοποίηση συχνότερων πολιτιστικών και αθλητικών δράσεων, με την κατασκευή περισσότερων αθλητικών εγκαταστάσεων, πέρα των γηπέδων ποδοσφαίρου και μπάσκετ. Τέλος, είναι απαραίτητο να δοθούν κίνητρα σε εκπαιδευτικούς και γιατρούς για να μείνουν στα νησιά, με το βασικότερο την δημιουργία κατοικιών για αυτούς τους ανθρώπους. Όπως είναι προφανές, για όλα αυτά χρειάζεται μια σοβαρή νησιωτική πολιτική και μια γενναία οικονομική στήριξη από το κράτος.Βέβαια, δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν όλες αυτές οι λύσεις σε ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά έστω και η αρχή μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τις συνθήκες διαβίωσης σε ένα νησί. Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω την δυσκολία του έργου που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι νησιωτικοί Δήμοι, καθώς μόνοι τους οφείλουν να δημιουργήσουν υποδομές, σε αντίθεση με πολλούς ηπειρωτικούς Δήμους, όπου αρκετές από αυτές τις αρμοδιότητες καλύπτονται ευκολότερα λόγω των υπαρχουσών υποδομών. Συνεπώς, οι αρμοδιότητες και οι ευθύνες των νησιωτικών δήμων είναι κατά πολύ μεγαλύτερες. Το 1ο τεύχος του Συμμετοχικού Περιοδικού Νέων με τίτλο «Ζωή στην πόλη» είναι διαθέσιμο online:

«Από τον Πόντο έως τη Γάζα: Χρέος μας να λέμε τη γενοκτονία με το όνομα της»

«Από τον Πόντο έως τη Γάζα: Χρέος μας να λέμε τη γενοκτονίαμε το όνομα της» Η 19η Μαΐου είναι η μέρα που, το 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στην Σαμψούντα. Για την Τουρκία θεωρείται η αρχή του εθνικοαπελευθερωτικού της αγώνα. Για τον Ποντιακό Ελληνισμό όμως συμβολίζει την έναρξη της πιο σκληρής κεμαλικής φάσης των διώξεων. Η ελληνική Βουλή, όρισε το1994 τη 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων. Η 19η Μαΐου είναι μια ημέρα συλλογικής μνήμης. Μια ημέρα ιστορικής συνείδησης απέναντι σε έναν από τους μεγαλύτερους ξεριζωμούς του ελληνισμού: τη Γενοκτονία των Ποντίων. Μια τραγωδία που σημάδεψε χιλιάδες οικογένειες με σφαγές, εκτοπίσεις, πορείες θανάτου, βιασμούς, τάγματα καταναγκαστικής εργασίας και εξόντωση ολόκληρων κοινοτήτων που ζούσαν επί αιώνες στην περιοχήτου Εύξεινου Πόντου.Από το 1914 έως το 1923, και ιδιαίτερα μετά την απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου 1919, οι διώξεις κατά των Ποντίων εντάθηκαν δραματικά. Η μετάβαση από την πολυεθνοτική Οθωμανική Αυτοκρατορία στο τουρκικό έθνος-κράτος συνοδεύτηκε από βίαιη εκκαθάριση χριστιανικών πληθυσμών Ελλήνων, Αρμενίων, στο πλαίσιο μιας πολιτικής εθνοτικής και θρησκευτικήςομογενοποίησης. Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΤΩΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ; Κάποιοι επιχειρούν ακόμη να αμφισβητήσουν τον όρο «γενοκτονία» με γνώμονα ότι τότε δεν υπήρχενομικά κατοχυρωμένος. Όμως αυτό αποτελεί ιστορικό και νομικό σφάλμα. Ο όρος “genocide” διατυπώθηκε το 1944 από τον Πολωνοεβραίο νομικό Raphael Lemkin, επηρεασμένος τόσο από το Ολοκαύτωμα όσο και από τις σφαγές των Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (σε πρώτη φάση επίΣουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄το 1894 έως το 1896, κι έπειτα με μεγαλύτερη έκταση και βιαιότητα από το κίνημα των Νεότουρκων). Το 1948 ο ΟΗΕ υιοθέτησε επίσημα τη Σύμβαση για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας. Δηλαδή, το γεγονός ότι ονομικός όρος δεν υπήρχε το 1919 δεν σημαίνει πως οι πράξεις δεν είχαν γενοκτονικό χαρακτήρα. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τη περίπτωση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, η οποία αναγνωρίστηκε διεθνώς δεκαετίες αργότερα. Αυτό που καθορίζει μια γενοκτονία δεν είναι η ημερομηνία δημιουργίας του όρου, αλλά τα xαρακτηριστικά των πράξεων: στοχοποίηση συγκεκριμένης ομάδας, οργανωμένη εξόντωση, βίαιοι εκτοπισμοί, εξάλειψη πολιτισμικής παρουσίας, πρόθεση εξαφάνισης ενός πληθυσμού από έναγεωγραφικό χώρο. Τα παραπάνω αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της περίπτωσης των Ποντίων. GENOCIDE RECOGNITION :H Δικαιώση των νεκρών δεν χτίζεται πάνω στο μίσος των ζωντανών Αυτό που καθορίζει μια γενοκτονία δεν είναι η ημερομηνία δημιουργίας του όρου, αλλά τα χαρακτηριστικά των πράξεων: στοχοποίηση συγκεκριμένης ομάδας, οργανωμένη εξόντωση, βίαιοι εκτοπισμοί, εξάλειψη πολιτισμικής παρουσίας, πρόθεση εξαφάνισης ενός πληθυσμού από ένα γεωγραφικό χώρο» Αν λοιπόν συνίσταται η διεθνής αναγνώριση σαν τακτική εκδίκησης απέναντι στη Τουρκία κι όχι πράξη ιστορικής δικαιοσύνης και κομμάτι της συλλογικής μνήμης, τότε απομακρύνεται από την ιστορική αναγκαιότητα και μετατρέπεται σε προϊόν πολιτικά σκόπιμης εργαλειοποίησης. Όπως, οι Αρμένιοι διεκδίκησαν επί δεκαετίες διεθνή αναγνώριση μέσα από ακαδημαϊκή έρευνα,διπλωματικές πρωτοβουλίες, μουσεία, εκπαίδευση και διεθνείς συμμαχίες, έτσι και ο Ποντιακός Ελληνισμός οφείλει να συνεχίσει τη διεκδίκηση σε διεθνές δίκαιο, ιστορικά αρχεία, πανεπιστημιακές συνεργασίες και πολιτισμική διπλωματία. Ο στόχος δεν πρέπει να είναι η καλλιέργεια μίσους απέναντι στους σημερινούς Τούρκους πολίτες, καθώς οι λαοί δεν ταυτίζονται αιώνια με τα εγκλήματα κρατικών ή εθνικιστικών μηχανισμών του παρελθόντος. Αντίθετα, η αναγνώριση ιστορικών εγκλημάτων μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρασυμφιλίωσης, ειλικρινούς διαλόγου και κοινής ιστορικής αυτογνωσίας. Η μνήμη δεν πρέπει να γίνεται εργαλείο πατριδοκαπηλίας, σοβινισμού ή πολιτικής εκμετάλλευσης ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Τουρκία. Όταν η ιστορία εργαλειοποιείται, χάνει τον ανθρώπινο πυρήνα της: τους ανθρώπους πουχάθηκαν. «Χρέος μας η αντίσταση σε κάθε μορφή σύγχρονου αναθεωρητισμού, απανθρωποίησης και μαζικής βίας, όπου κι αν αυτή συμβαίνει» Η ιστορική συνέπεια απαιτεί να αναγνωρίζουμε κάθε περίπτωση, όπου ένας λαός υφίστανται μαζική εξόντωση , εκτοπισμό και συλλογική τιμωρία και αυτό να γίνεται με ολιστική και όχι με επιλεκτική ενόραση. Σε αυτό το πλαίσιο, όλο και περισσότεροι διεθνείς νομικοί, οργανώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων και ερευνητές υποστηρίζουν ότι όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γάζα παρουσιάζουν σοβαρά χαρακτηριστικά γενοκτονικής πρακτικής: μαζικοί θάνατοι αμάχων, καταστροφή κρίσιμων υποδομών επιβίωσης, λιμός εκτοπισμός πληθυσμού και δηλώσεις που αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη ενός λαού. Το International Court of Justice έχει ήδη κρίνει πως υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ώστε να εξεταστεί σοβαρά ο κίνδυνος γενοκτονίας στη Γάζα. Η αναφορά μου στη Γάζα σήμερα, θέλει να αποτυπώσει το πραγματικό νόημα του «Ποτέ Ξανά», με σκοπό αυτό ηχηρά και ουσιαστικά να ισχύει για όλους τους λαούς και να μην περιορίζεται μόνο σε εκείνους που αναγνωρίστηκαν πρώτοι από τη διεθνή κοινότητα. Η ιστορική μνήμη χάνει την αξία της, όταν μετατρέπεται σε εργαλείο εθνικής αποκλειστικότητας. Η αναγνώριση του πόνου του άλλου είναι το μόνο καταφύγιο για την δικαίωση των νεκρών.Η αναγνώριση του πόνου του άλλου είναι το μόνο καταφύγιο για την δικαίωση των νεκρών» Πρέπει να είναι ημέρα ιστορικής αλήθειας, ανθρωπισμού και διεθνούς ευθύνης. Ως ελάχιστη τιμή στους αδικοχαμένους Πόντιους , οφείλουμε να συνεχίσουμε τη διεκδίκηση διεθνούς αναγνώρισης, να επενδύσουμε στην ιστορική έρευνα και να αντιστεκόμαστε σε κάθε μορφή σύγχρονου αναθεωρητισμού,απανθρωποίησης και μαζικής βίας, όπου κι αν συμβαίνει.

19 Μαΐου: Η Μέρα που σημάδεψε τον Ποντιακό Ελληνισμό

19 Μαΐου: Η Μέρα που σημάδεψε τον Ποντιακό Ελληνισμό Γράφει η Θεοδώρα Δίελα Χρόνος Ανάγνωσης: 3 λεπτά Σήμερα, 19 Μαΐου, τιμάται η Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων. Μια ημέρααφιερωμένη στη μνήμη των Ελλήνων του Πόντου που αφανίστηκαν, αλλάκαι εκείνων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Ο ποντιακός ελληνισμός εντοπίζεται στα βόρεια παράλια της Μικράς Ασίας ακόμα και μετά την Άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς. Οι Έλληνες του Πόντουείχαν αναπτύξει την οικονομική τους δραστηριότητα, ενώ παράλληλα είχανκαλλιεργήσει μια ισχυρή πολιτιστική ταυτότητα, που παλεύουν να διατηρήσουν μέχρι σήμερα.Η Μνήμη της γενοκτονίας παραμένει ζωντανή έως σήμερα μέσα από την ποντιακή παράδοση που μεταφέρουν οι παλαιότερες γενιές στις νεότερες. Μέσα από ιστορίες, τους ήχους της ποντιακής λύρας και προσωπικές αφηγήσεις η μνήμη παραμένει ζωντανή, ώστε να μην ξεχαστούν τα εγκλήματα που σημάδεψαν χιλιάδες ανθρώπους. Πότε αναγνωρίστηκε η Γενοκτονία των Ποντίων στην Ελλάδα; Η διαδικασία αναγνώρισης της γενοκτονίας των Ποντίων ξεκίνησε το 1991 μετά από επιστολή 22 Ποντίων βουλευτών του ΠΑΣΟΚ στον πρόεδρο του κόμματος ΑνδρέαΠαπανδρέου, ο οποίος κατέθεσε πρόταση νόμου για την επίσημη αναγνώριση από τηνΒουλή και την καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως ημέρα μνήμης. Στις 9 Δεκεμβρίου του 1993,αφού έχει προηγηθεί η ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, η πρόταση νόμουεπανακατατέθηκε στη Βουλή και ψηφίστηκε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου του 1994. Λίγους μήνες αργότερα, στις 11 Μαΐου δημοσιεύτηκε ο νόμος 2193/94, με τον οποίοκαθιερώθηκε επίσημα η 19η Μαΐου ως φόρος τιμής στα θύματα της Γενοκτονίας των Ποντίων .Η επιλογή της συγκεκριμένης ημέρας δεν είναι τυχαία, καθώς συμβολίζει την έναρξη της δεύτερης και πιο βίαιης φάσης των διωγμών. Στις 19 Μαΐου του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ, αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα για να συνεχίσει την εκστρατεία του, με την καθοδήγηση των Γερμανών και Σοβιετικών συμβούλων του. Αυτή η εκστρατεία οδήγησε στην προσπάθεια “εξόντωσης” του ελληνικού στοιχείου από την Μικρά Ασία και το 1922 στην Μικρασιατική Καταστροφή ή στον “Πόλεμο της Ανεξαρτησίας” όπως τον αποκαλούν οι Τούρκοι.Η γενοκτονία έχει λάβει διεθνή αναγνώριση από διάφορους οργανισμούς και κράτη.Μεταξύ άλλων η Διεθνή Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών, η οποία το 2007 αναγνώρισεεπίσημα τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2006. Παρ’ όλα αυτά, από την δική της πλευρά η Τουρκία αρνείται πλήρως τους ισχυρισμούς περί γενοκτονίας, ενώ αποδίδει τους θανάτους σε ασθένειες, κακουχίες και συνθήκες πείνας που επικρατούσαν, χωρίς να υπάρχει κάποιο σχέδιο εξόντωσης στο προσκήνιο. Το προηγούμενο έτος με αφορμή την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, το τουρκικό ΥΠΕΞ καταδίκασε ως “παραληρηματικές” τις δηλώσεις των ελληνικών Αρχών και υποστήριξε πως οι ισχυρισμοί για τον Πόντο «δεν συνάδουν σε καμία περίπτωση με τα ιστορικά γεγονότα». Όπως υποστήριξε τέτοιες δηλώσεις «αποσκοπούν να αμαυρώσουν τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας μας». Παράλληλα, καλούσε την Ελλάδα «να μνημονεύσει τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν κατά των Τούρκων και άλλων εθνοτικών ομάδων, ξεκινώντας από τη σφαγή της Τριπολιτσάς το 1821». Η Τουρκία συνεχίζει προκλητικά να αρνείται ιστορικά γεγονότα και έναν αιώνα μετά η μνήμη για τους Έλληνες μένει ζωντανή και οφείλει να παραμείνει. Είναι μια υπενθύμισηστην κοινωνία για το παρελθόν της, αλλά και μια αφορμή να αποτρέψει να συμβούναντίστοιχες τραγωδίες. Δεν πρόκειται απλά για ένα ιστορικό γεγονός, αλλά για ζωές καιπατρίδες που χάθηκαν.

2ο Συνεχόμενο Φοιτητικό Debate στο Πάντειο: Έντονη πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στις φοιτητικές δυνάμεις !

Τη Δευτέρα, στον χώρο του Παντείου Πανεπιστήμιου, πραγματοποιήθηκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το Φοιτητικό Debate που διοργάνωσε το «Ευ Πολιτεύεσθαι», με κεντρικό τίτλο: «Το Πανεπιστήμιο ως Χώρος Συμμετοχής, Πολιτικής και Δημοκρατικού Διαλόγου». Στο debate συμμετείχαν εκπρόσωποι τόσο εκλεγμένων όσο και μη εκλεγμένων φοιτητικών δυνάμεων. Συγκεκριμένα, από τις εκλεγμένες παρατάξεις κατά φθίνουσα σειρά εκλογικής δύναμης συμμετείχαν οι ΠΚΣ, ΠΑΣΠ , Ανάσα-ΕΑΑΚ, Αντί της Σιωπής, Αντί της Σιωπής -Ρεβάνς, ΔΑΠ – ΝΔΦΚ, και Παντειέρα-Attack , ενώ από τις μη εκλεγμένες δυνάμεις έλαβαν μέρος το ΕΡΑ και οι Ανεξάρτητοι Φοιτητές Παντείου. Παρούσες ήταν επίσης και οι Αγωνιστικές Κινήσεις, οι οποίες, λόγω της αποφασής τους να μη συμμετάσχουν στο φετινό debate, πραγματοποίησαν στο τέλος της εκδήλωσης δίλεπτη παρέμβαση, εξηγώντας τους λόγους πίσω από αυτή την επιλογή.Τον γενικό συντονισμό του φετινού debate ,την δομή θεματικών ερωτημάτων καθώς επίσης και την εποπτεία των κανόνων και δεοντολογίας ανέλαβε κατά κύριο λόγο ο Δημήτρης Μυρογιάννης,ιδρυτικό μέλος του project. Οι κανόνες είχαν κοινοποιηθεί στην αρχή , οι οποίοι σε γενικό πλαίσιο τηρήθηκαν , ενώ όταν αυτό δεν συνέβαινε , επινθυμίζονταν οι κύρωσεις , ως φυσικό επακόλουθο της παραβίασης του κανονιστικού πλαισίου που ετέθη. Η εκδήλωση ξεκίνησε με σύντομο χαιρετισμό του Σταύρου Παναγιωτίδη, ο οποίος αναφέρθηκε στη συμβολική σημασία της αίθουσας 108 του Παντείου, όπου πραγματοποιήθηκε το debate. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις μεγάλες φοιτητικές κινητοποιήσεις του 2006 για την αναθεώρηση του άρθρου 16.Στη συνέχεια, ο Κωστής Κοσμέας παρουσίασε μια σύντομη ιστορική αναδρομή για την πορεία και τη συμβολή του Παντείου Πανεπιστημίου στα μεταπολεμικά και μεταπολιτευτικά χρόνια.Αναδείχθηκε ο ρόλος τόσο των φοιτητών όσο και των ακαδημαϊκών του ιδρύματος στους δημοκρατικούς αγώνες της εποχής, ενώ ιδιαίτερη μνεία έγινε στον Σάκη Καράγιωργα και στη συμβολή του στον αντιδικτατορικό αγώνα και στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. Οι θεματικές ενότητες του κεντρικού debate επικεντρώθηκαν σε ζητήματα που απασχολούν άμεσα τη φοιτητική κοινότητα και το μέλλον του δημόσιου πανεπιστημίου. Συγκεκριμένα, οι συζητήσεις αναπτύχθηκαν γύρω από τις εξής ενότητες: «Το Πάντειο που ζούμε», «Το φαινόμενο της φοιτητικής αποχής», «Ιδέες, εκπροσώπηση και πολιτική ταυτότητα», «Ποιος αποφασίζει για το δημόσιο πανεπιστήμιο» και «Ο φοιτητικός σύλλογος της επόμενης μέρας».Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δόθηκε η δυνατότητα διαλόγου και ανταλλαγής ερωτήσεων μεταξύ των εκπροσώπων των παρατάξεων μέσω της θεματικής “Face to Face” , με αρκετές στιγμές αντιπαράθεσης,ενώ η θεματική «Διαπαραταξιακά Ερωτήματα ,Θέσεις, Συγκλίσεις και Όρια Συνύπαρξης» διεξήχθη υπό τον συντονισμό του Ρητορικού Ομίλου του Παντείου , Debate Panteion . Στο τέλος της εκδήλωσης ,το κοινό είχε την δυνατότητα να συμμετέχει ενεργά, θέτοντας ερωτήματα και παρεμβάσεις προς τους ομιλητές.

Ρουάντα 1994: Η Γενοκτονία που ο κόσμος αγνόησε

Ρουάντα 1994: Η Γενοκτονία που ο κόσμος αγνόησε Γράφει ο Άρης Στεργίου Χρόνος Ανάγνωσης: 4 λεπτά Στις 7 Απριλίου 1994, ξεκίνησε ένα από τα πιο τραγικά κεφαλαια στην ιστορία της Αφρικής και ολόκληρου του κόσμου: η γενοκτονία στη Ρουάντα. Το γεγονός αυτό ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο τις καταστροφικές συνέπειες του εθνοτικού μίσους, αλλά και τις σοβαρές αδυναμίες της διεθνούς κοινότητας να αποτρέψει μαζικά εγκλήματα. Μέσα σε περίπου εκατό ημέρες, περισσότεροι από 800.000 άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Οι σφαγές πραγματοποιήθηκαν με πρωτοφανή αγριότητα και συστηματικότητα, συχνά με τη συμμετοχή όχι μόνο οργανωμένων ομάδων αλλά και απλών πολιτών. Το Ιστορικό Πλαίσιο Οι ρίζες της σύγκρουσης εντοπίζονται στην αποικιακή περίοδο, όταν η Ρουάντα βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Βελγίου. Οι αποικιοκρατικές αρχές ενίσχυσαν τεχνητά τις διαφορές μεταξύ Χούτου και Τούτσι, οι οποίες είναι δύο κυρίαρχες πληθυσμιακές ομάδες της χώρας με 85% και 15% του πληθυσμού αντίστοιχα. Οι αποικιοκράτες εισήγαγαν ταυτότητες που κατέγραφαν την εθνοτική καταγωγή και ευνοώντας τους Τούτσι στη διοίκηση, με οικονομικά αλλά πολλές φορές και με ρατσιστικά κριτήρια (για παράδειγμα, ήταν ψηλότεροι και είχαν πιο ανοιχτό δέρμα). Μετά την ανεξαρτησία το 1962, η εξουσία πέρασε στους Χούτου, γεγονός που οδήγησε σε διώξεις και εκτοπισμούς των Τούτσι, δημιουργώντας βαθιές κοινωνικές εντάσεις. Μέχρι την δεκαετία του ’80, η Ρουάντα κυριαρχούνταν σε όλους τους τομείς πλήρως από τους Χούτου, οδηγώντας πολλούς Τούτσι στο να εγκαταλείψουν την χώρς και να προσφύγουν στην Ουγκάντα. Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, η ένταση κορυφώθηκε με την εμφάνιση του Πατριωτικού Μετώπου της Ρουάντα, ενός αντάρτικου κινήματος αποτελούμενου κυρίως από εξόριστους Τούτσι, το οποίο εισέβαλε στο κράτος το 1990, προχωρώντας σε μια σειρά επιχειρήσεων, απαιτώντας δημοκρατία και επιστροφή των προσφύγων. Παρά τις προσπάθειες ειρήνευσης μέσω των Συμφωνιών της Αρούσα -που προέβλεπαν μεταβατική κυβέρνηση και την επιβλεψή της από Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ- οι εξτρεμιστές Χούτου προετοίμαζαν συστηματικά την εξόντωση των Τούτσι, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο για προπαγάνδα εναντίον τους. Η αδράνεια του ΟΗΕ Παρά τις ενδείξεις για επικείμενες βιαιοπραγίες, το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ίδρυσε το 1993 την Αποστολή Βοήθειας του ΟΗΕ για τη Ρουάντα, με περιορισμένες αρμοδιότητες. Η αποστολή δεν διέθετε ούτε την εντολή ούτε τα μέσα για να αποτρέψει τη γενοκτονία, γεγονός που συνέβαλε στην ανεξέλεγκτη εξέλιξη των σφαγών. Ο επικεφαλής της αποστολής Ρομεό Νταλέρ είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο μαζικής σφαγής και είχε ζητήσει ενίσχυση και άδεια για προληπτική δράση, όμως τα αιτήματά του απορρίφθηκαν, καθώς το ζήτημα θεωρούνταν αποκλειστικά εσωτερικό. Παράλληλα, η διεθνής κοινότητα δίστασε να χρησιμοποιήσει τον όρο «γενοκτονία», αποφεύγοντας έτσι τις νομικές υποχρεώσεις για επέμβαση. Μόνο έναν μήνα μετά την έναρξη της Γενοκτονίας αποφασίστηκε η αποστολή 5.000 κυανόκρανων, μόνο που τότε ήταν πλέον αργά. Η αφορμή Η δολοφονία του Ζουβενάλ Χαμπιαριμανά και του Σιπριάν Νταριαμιρά, των προέδρων της Ρουάντα και του Μπουρούντι αντίστοιχα, στις 6 Απριλίου 1994, υπήρξε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Το αεροπλάνο που τους μετέφερε καταρρίφθηκε κοντά στην πρωτεύουσα, Κιγκάλι. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για την έναρξη μιας οργανωμένης γενοκτονίας. Μέσα σε λίγες ώρες, παραστρατιωτικές ομάδες και κρατικές δυνάμεις ξεκίνησαν μαζικές σφαγές, ενώ τα μέσα ενημέρωσης υποκινούσαν ανοιχτά τη βία. Οι δολοφονίες πραγματοποιούνταν συχνά με απλά μέσα, όπως ματσέτες, και με τη συμμετοχή ακόμη και απλών πολιτών, είτε από φόβο είτε από προπαγάνδα. Οι μετριοπαθείς Χούτου που αντιτάχθηκαν σε αυτή τη σφαγή εξουδετερώθηκαν. Σε ένα σχολείο στα δυτικά της χώρας, όπου είχαν βρει καταφύγιο 2.000 Τούτσι, όλοι δολοφονήθηκαν. Συνολικά, υπολογίζεται ότι μέσα σε τρεις μήνες δολοφονήθηκαν περίπου 800.000 άνθρωποι, αριθμός που αντιστοιχεί στο 70% του πληθυσμού των Τούτσι και στο 20% του συνολικού πληθυσμού της Ρουάντα. Η Γενοκτονία τελείωσε μόνο όταν το Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα κατέλαβε το Κιγκάλι και ανέλαβε τον έλεγχο της χώρας. Συνέπειες Ο ΟΗΕ ίδρυσε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα (ICTR), με έδρα την Αρούσα της Τανζανίας. Το Δικαστήριο του ΟΗΕ δίκασε υψηλόβαθμα μέλη της κυβέρνησης και των ενόπλων δυνάμεων, ενώ η Ρουάντα δίκασε κυρίως κατοίκους –περίπου 2 εκατομμύρια– σε λαϊκά δικαστήρια. Το δικαστήριο ολοκλήρωσε το έργο του στις 31 Δεκεμβρίου 2015.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΥΠΕΡΨΗΦΙΣΤΗΚΕ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ Α.Σ.Π.Τ.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΥΠΕΡΨΗΦΙΣΤΗΚΕ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ Α.Σ.Π.Τ. Γράφει η Θεοδώρα Δίελα Χρόνος Ανάγνωσης: 4 λεπτά Νέο νομοσχέδιο τέθηκε προς ψήφιση στη βουλή αναφορικά με την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών (Α.Σ.Π.Τ.), ένα αίτημα δεκαετιών. Μετά από αιτήματα χρόνων η κυβέρνηση φέρνει στο τραπέζι ένα νομοσχέδιο που θα αλλάξει και θα αναβαθμίσει τις σπουδές των παραστατικών τεχνών. Η Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών είναι ένα νέο ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης, που εντάσσει για πρώτη φορά τις παραστατικές τέχνες στο πανεπιστημιακό σύστημα. Στο πλαίσιο ίδρυσης της Α.Σ.Π.Τ. εντάσσονται πέντε κρατικοί οργανισμοί: το Εθνικό Θέατρο, η Εθνική Λυρική Σκηνή, η Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Στο νέο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα θα παρέχονται προγράμματα προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών στους τομείς του θεάτρου, της μουσικής και του χορού. Η εισαγωγή στα τμήματα της Α.Σ.Π.Τ. θα γίνεται μέσω ειδικών εξετάσεων ακρόασης και γραπτή/προφορική εξέταση επιλεγμένων θεμάτων. Όσον αφορά το εκπαιδευτικό προσωπικό, προβλέπεται ότι θα διαθέτει προσόντα όπως: αξιόλογο καλλιτεχνικό έργο, επαγγελματική εμπειρία και αυτοδύναμη διδασκαλία σε συναφές αντικείμενο σε ΑΕΙ μετά την απόκτηση πτυχίου. Ωστόσο, τα κριτήρια δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά. Δίνεται η δυνατότητα παρέκκλισης από τα παραπάνω κριτήρια σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν το καλλιτεχνικό έργο ενός υποψηφίου είναι ιδιαιτέρως διακεκριμένο και έχει ευρεία αναγνώριση. Άλλωστε, κύριος σκοπός αποτελεί ο συνδυασμός της καλλιτεχνικής δημιουργίας με την θεωρία και την έρευνα. Τι θα ισχύει για τους εγγεγραμμένους σπουδαστές; Πέρα από το κομμάτι του διδακτικού προσωπικού, το νομοσχέδιο προβλέπει για όσους δεν έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους όταν ξεκινήσει η λειτουργία της Α.Σ.Π.Τ., να ενταχθούν σε αυτή, εφόσον το επιθυμούν. Συγκεκριμένα, εντάσσονται έως το 5ο εξάμηνο και συνεχίζουν τις σπουδές τους στο νέο πρόγραμμα. Τι ισχύει για τους απόφοιτους; Οι ήδη απόφοιτοι Σχολών Ανώτερης Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και Ανώτερων Σχολών Μουσικής Εκπαίδευσης έχουν την δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους για την απόκτηση του επιπέδου 6 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων με την ένταξή τους είτε σε ΑΕΙ, όπου αν πρόκειται για τμήμα συναφές καλλιτεχνικού αντικειμένου μπορούν να εισαχθούν σε προχωρημένο εξάμηνο, είτε με την φοίτησή τους στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, παρακολουθώντας πρόγραμμα σπουδών διάρκειας 4 εξαμήνων. Αντιδράσεις Είναι όμως αυτές οι λύσεις ουσιαστικές; Παρά τις παραπάνω προβλέψεις φαίνεται να υπάρχουν έντονες επιφυλάξεις. Το νομοσχέδιο αφήνει τα ωδεία έξω από την πανεπιστημιακή αναγνώριση υποβαθμίζοντας το έργο τους και μετατοπίζοντας τον ρόλο τους. Πρακτικά, αντιστοιχεί τις απαιτητικές πολυετείς σπουδές με τίτλους σπουδών αντίστοιχης διετούς κατάρτισης, προκαλώντας αντιδράσεις από τα καλλιτεχνικά σωματεία. Το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών έχει επίσης ασκήσει έντονη κριτική στο νομοσχέδιο ίδρυσης της Α.Σ.Π.Τ., υποστηρίζοντας πως η σχολή δημιουργείται ουσιαστικά από την συγχώνευση πέντε υπαρχουσών σχολών χωρίς καμία πρόβλεψη για ουσιαστική αναβάθμιση, ενώ αφήνει “στον αέρα” καθοριστικά ζητήματα που αφορούν υποδομές, προγράμματα σπουδών, αριθμό εισακτέων αλλά και το μέλλον του υπάρχοντος διδακτικού προσωπικού. Ο σύλλογος διδασκόντων/ουσών της Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου άσκησε με την σειρά του κριτική, υποστηρίζοντας πως το νομοσχέδιο δεν λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη φύση των καλλιτεχνικών σπουδών και τονίζει πως οι παραστατικές τέχνες είναι κυρίως πρακτικές και βιωματικές και δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο κλασικό πανεπιστημιακό μοντέλο. Συζήτηση στην Ολομέλεια Η δριμεία κριτική δεν έλλειψε και από την συζήτηση στην ολομέλεια, κατά την διάρκεια της οποίας η ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών παρουσιάζεται ως μια ιστορική μεταρρύθμιση. Ωστόσο, από την πλευρά της η αντιπολίτευση μιλά για προχειρότητα και απουσία στρατηγικού σχεδιασμού. Η Υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, τονίζει μέσα από την ομιλία της πως η ίδρυση της Α.Σ.Π.Τ. αποτελεί όραμα πολλών χρόνων και πως πλέον δίνεται η θεσμική θέση που αξίζει στον καλλιτεχνικό χώρο. Από την πλευρά του ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Στέφανος Παραστατίδης, αν και θεωρεί δίκαιο το αίτημα της ίδρυσης, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «ημιερανιστικό» και τόνισε τον προβληματικό τρόπο νομοθέτησης. Μια άλλη άποψη που ακούστηκε είναι του βουλευτή του ΚΚΕ, Ιωάννη Δελή, ο οποίος αναγνωρίζοντας την ανάγκη για ένα πανεπιστήμιο παραστατικών τεχνών, υποστηρίζει πως ουσιαστικά πρόκειται για μια «φανταχτερή ταμπέλα» πάνω σε μια πρόχειρη συγκόλληση σχολών. Ακόμα, τόνισε πως υπάρχει η ανάγκη να διαμορφωθεί ένα δίκτυο δημόσιων και δωρεάν καλλιτεχνικών εκπαιδευτηρίων για όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες παράλληλα με το σχολείο. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε από την ολομέλεια της βουλής κατά πλειοψηφία. Συγκεκριμένα, επί του συνόλου Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και Πλεύση Ελευθερίας ψήφισαν ΥΠΕΡ, ενώ καταψηφίστηκε από ΚΚΕ, Ελληνική Λύση και ΝΙΚΗ. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά δήλωσαν ΠΑΡΩΝ. Είναι ευρέως αποδεχτό πως υπάρχει ανάγκη για μια Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών. Η ψήφιση του παρόντος νομοσχεδίου είναι ένα σημαντικό βήμα για την αναγνώριση των παραστατικών τεχνών σε πανεπιστημιακό επίπεδο μετά από αιτήματα δεκαετιών. Το στοίχημα πλέον περνά στην πράξη και μένει να φανεί αν η σχολή θα καταφέρει αν ισορροπήσει ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία και στην ακαδημαϊκή θεωρία και έρευνα, δικαιώνοντας τον σκοπό της ίδρυσης της.

Αμβλώσεις Στην Ελλάδα: Όταν η νομιμότητα συναντά την άρνηση

Αμβλώσεις Στην Ελλάδα: Όταν η νομιμότητα συναντά την άρνηση Γράφει η Θεοδώρα Δίελα Χρόνος Ανάγνωσης: 3 λεπτά -Υπάρχει πρόβλημα στην κύηση; Είναι από βιασμό; Έχει πρόβλημα το έμβρυο; Ή απλώς έτυχε και θέλει να το βγάλει; -Δεν τίθεται θέμα υγείας. Είναι θέμα επιθυμίας η διακοπή της κύησης της. Πείτε μου τι ισχύει, να ξέρουμε αν μπορεί να το κάνει στο νοσοκομείο.-Εγώ προσωπικά δεν κάνω. Εγώ έχω κάποιες αρχές. Αν υπάρχει κάτι που έχει συμβεί στο έμβρυο, βοηθάμε. Αν υπάρχει κάτι άλλο που έχει συμβεί, ναι. Είναι αλλιώς. Αν είναι μόνο επειδή έτυχε να μείνει έγκυος και απλώς δεν γουστάρει, εγώ δεν κάνω άμβλωση. Τηλεφωνική συνομιλία με γιατρό δημόσιου νοσοκομείου, πηγή: news247.gr Η έρευνα του NEWS 24/7 από την Ευτυχία Σουφλέρη, αποκαλύπτει πως 46 από τα 80 δημόσια νοσοκομεία που ερωτήθηκαν αρνούνται να πραγματοποιήσουν αμβλώσεις (δηλαδή το 57,5%), με τους γιατρούς να επικαλούνται λόγους συνείδησης και «ηθικής». 27 νοσοκομεία ανταποκρίθηκαν θετικά (33,7%), ενώ 7 νοσοκομεία (8,7%) απέφυγαν να απαντήσουν με “ναι” ή “όχι”. Ταυτόχρονα, διαπιστώθηκε το αξιοσημείωτο πως σε ορισμένες περιπτώσεις το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό παρέπεμπε στο ιδιωτικό τομέα. Αμβλώσεις στην Ελλάδα Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν μια σοβαρή δυσλειτουργία στην εφαρμογή της νομοθεσίας, η οποία κατοχυρώνει την άμβλωση ως νόμιμη ιατρική πράξη ήδη από το 1986. Ο Νόμος 1609/1986 προβλέπει πως η μέριμνα για την προστασία της υγείας της γυναίκας και την εξασφάλιση περίθαλψης σε οργανωμένες νοσηλευτικές μονάδες κατά την τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης είναι υποχρέωση της πολιτείας. Παράλληλα, το άρθρο 304 του Ποινικού Κώδικα αποποινικοποιεί την τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης που ενεργείται με τη συναίνεση της εγκύου, από γιατρό μαιευτήρα – γυναικολόγο και με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα σε περιπτώσεις που δεν έχουν συμπληρωθεί οι 12 εβδομάδες, έως 24 εβδομάδες αν συντρέχουν παθολογικά αίτια και έως 19 εβδομάδες εφόσον η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού, αποπλάνησης ανήλικης ή αιμομιξίας. Ωστόσο, το άρθρο 31 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας επιτρέπει στον γιατρό να αρνηθεί να εφαρμόσει τεχνητή διακοπή της κύησης, εκτός αν υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για την υγεία της εγκύου. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, Κατερίνα Φουντεδάκη, η άρνηση αυτή είναι αυστηρά ατομική και δεν μπορεί να μετατρέπεται σε θεσμική άρνηση του νοσοκομείου. Το κράτος θα έπρεπε να διασφαλίζει πως η προσωπική αντίρρηση δεν θα εμποδίζει την πρόσβαση στη συγκεκριμένη υπηρεσία υγείας, κάτι που μπορεί να προκύψει ιδίως στις επαρχιακές περιοχές. Η Πραγματικότητα Η αδυναμία του κράτους να εγγυηθεί την πρόσβαση στην υπηρεσία, προβάλλει το γεγονός πως οι αμβλώσεις παραμένουν ένα “ανοιχτό” κοινωνικό ζήτημα. Οι αμβλώσεις αποτελούν ζήτημα δημόσιας αντιπαράθεσης ακόμα και 40 χρόνια μετά τη θεσμοθέτηση τους. Μια γυναίκα οδηγείται στην άμβλωση από προσωπική επιθυμία να μην τεκνοποιήσει, αλλά ακόμα και αν επιθυμεί την μητρότητα υπάρχουν φραγμοί όπως η οικονομική αδυναμία, η ανασφάλεια και η έλλειψη στήριξης. Παράγοντες που πρέπει να υπολογίζουμε όταν φέρνουμε στον κόσμο ένα παιδί. Το ίδιο το κράτος οφείλει να συμβάλει στη στήριξη της μητέρας, ιδίως όταν φέρνει στο τραπέζι το δημογραφικό ζήτημα ως αντίλογο στις αμβλώσεις. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με την EUROSTAT η Ελλάδα διαθέτει το 1,3% του ΑΕΠ της για οικογενειακά επιδόματα, ενώ σε ολόκληρη την Ε.Ε. το ποσοστό ανέρχεται στο 2,3% του ΑΕΠ. Την ίδια στιγμή, η δυσκολία εύρεσης θέσης σε δημόσιους βρεφονηπιακούς σταθμούς λειτουργεί αποτρεπτικά για μια εργαζόμενη γυναίκα χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον, η οποία πολλές φορές αντιμετωπίζει διακρίσεις λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας. Η ουσία πίσω από την αντιπαράθεση Μέσα σε αυτό το κλίμα ανασφάλειας, βλέπουμε πολύ συχνά να εξελίσσονται ολόκληρες αντιπαραθέσεις γύρω από τις αμβλώσεις χωρίς ουσιαστικό νόημα, αφού πρόκειται για ένα κατοχυρωμένο δικαίωμα και αυτό δεν αλλάζει και ούτε θα έπρεπε. Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, θα διαπιστώσουμε πως ακόμη και τα χρόνια που η άμβλωση ήταν ποινικοποιημένη πράξη, οι επεμβάσεις πραγματοποιούνταν υπό άθλιες και επικίνδυνες συνθήκες για την υγεία της γυναίκας. Το παρελθόν λοιπόν μας αποδεικνύει πως οι περιορισμοί δεν αποτρέπουν την πράξη, αντιθέτως την καθιστούν επικίνδυνη. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, μέσω διεθνών συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, έχει προβλέψει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του σώματος, σύμφωνα με το οποίο κάθε άνθρωπος αποφασίζει ο ίδιος για το σώμα του. Υπάρχουν μεν αντιρρήσεις απέναντι στις αμβλώσεις με το επιχείρημα πως έρχονται σε αντίθεση με τη συνείδηση ή παραβιάζουν ηθικές αρχές, όμως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του σώματος επιτρέπει στη γυναίκα να ενεργεί βάση των δικών της επιλογών, κάτι που οφείλουμε να σεβόμαστε.

Κατοικία: Κοινωνικό Αγαθό ή Χρηματοοικονομικό Προϊόν;

Κατοικία: Κοινωνικό Αγαθό ή Χρηματοοικονομικό Προϊόν; Γράφει η Ευαγγελία Καλτσούδα Χρόνος Ανάγνωσης: 3 λεπτά Τα τελευταία χρόνια, η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί σε μία από τις σοβαρότερες κοινωνικές προκλήσεις στην Ελλάδα. Η εκρηκτική αύξηση των ενοικίων, η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών -πόσο μάλλον βιώσιμων, χωρίς προαπαιτούμενη παρέμβαση για να καταστούν κατοικήσιμες- καθώς και η ραγδαία εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης μέσω πλατφορμών, όπως για παράδειγμα η Airbnb, έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον όπου η πρόσβαση στη στέγη δεν θεωρείται πλέον αυτονόητο κοινωνικό δικαίωμα, αλλά οικονομικό προνόμιο για τους καλά αμειβόμενους. Δεν πρόκειται απλώς για άλλο ένα ζήτημα της αγοράς, αλλά ζήτημα που συνδέεται με πολλούς κοινωνικοπολιτικούς παραγόντες, όπως το δημογραφικό.  Βάσει οικονομικής θεωρίας, η αγορά θα έπρεπε να στηρίζεται στον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Παρ’ όλα αυτά, η στεγαστική αγορά τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε ένα διαφορετικό μοντέλο με ιδιαιτερότητες. Ολοένα και περισσότεροι ιδιοκτήτες στρέφονται στην βραχυχρόνια μίσθωση, με πλατφόρμες όπως εκείνη της Airbnb να αποτελούν την πρώτη επιλογή. Και αυτό, όχι επειδή παρουσιάστηκε έντονο ενδιαφέρον ξαφνικά για την εξυπηρέτηση τουριστικών αναγκών στις ελληνικές πόλεις, αλλά λόγω του ότι η ίδια η πλατφόρμα έχει μετατρέψει τα ακίνητα σε επενδυτικές ευκαιρίες, κάνοντας “ειδικό” του real estate ακόμα και τον πιο απλό καθημερινό πολίτη. Αυτή η εύκολη πρόσβαση όμως αφαίρεσε πληθώρα ακινήτων από την παραδοσιακή αγορά και είχε ως αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν πολλά ακίνητα σε λίγους ιδιοκτήτες, δημιουργώντας έτσι την ανισορροπία αυτή στην αγορά. Και εν τέλει, η μετατροπή της κατοικίας από κοινωνικό αγαθό σε επενδυτικό “asset”, αλλοίωσε τον κοινωνικό χαρακτήρα της πόλης, περιορίζοντας σημαντικά τις διαθέσιμες επιλογές.  Ωστόσο, το φαινόμενο δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά. Εδώ και αρκετά χρόνια, η στεγαστική κρίση αποτελεί μάστιγα της ελληνικής κοινωνίας. Με την διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης στεγαστικής πολιτικής να καθυστερεί σημαντικά, μεγάλος αριθμός ανθρώπων οδηγούνταν στην αυτοχειρία, έπειτα από πλειστηριασμό της κατοικίας τους, μη μπορώντας να ανταπεξέλθουν σε καταγγελμένα δάνεια, διαχειριζόμενα πλέον από τα funds. Έτσι όταν η νομοθετική παρέμβαση επήλθε για να καλύψει σχετικά κενά στο ρυθμιστικό πλαίσιο, ήταν σχετικά αργά. Συγκεκριμένο παράδειγμα αποτελούν δεκάδες περιπτώσεις, όπου ανερχόμενοι επενδυτές είχαν αποκτήσει τεράστιες απολαβές -μερικές φορές και παράτυπα- εκμεταλλευόμενοι τα κενά αυτά. Φυσικά, σε δεύτερο χρόνο, το κανονιστικό πλαίσιο έγινε πιο αυστηρό, με προϋποθέσεις, τακτικούς ελέγχους, αντίστοιχες κυρώσεις και μέριμνα υπέρ των πολιτών (λ.χ. Νόμος Κατσέλη 3869/2010). Επιπλέον, από τις πιο πρόσφατες χαρακτηριστικές παρεμβάσεις, το πρόγραμμα «Σπίτι μου», επιχειρεί να ενισχύσει την ιδιοκατοίκηση, κινητοποιώντας την τραπεζική χρηματοδότηση με κοινωνικό πρόσημο και αναγνωρίζοντας έτσι θεσμικά, ότι η νέα γενιά αδυνατεί να εισέλθει στην αγορά με τους σημερινούς όρους.  Βέβαια, στην πράξη, η στεγαστική αγορά αποδεικνύεται πιο σκληρή. Το όνειρο της ιδιοκατοίκησης παραμένει άπιαστο -παρά τις όποιες προσδοκίες των μέτρων- με τις συνθήκες να μη βοηθούν ούτε για την οικονομική υποστήριξη ενός μηνιαίου ενοικίου. Είναι κοινώς παραδεκτό πως θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση σε ένα φαινόμενο που δεν είναι απλώς οικονομικό πρόβλημα. Είναι δείκτης κοινωνικής ανισότητας και πολιτικής προτεραιότητας. Αν η κατοικία μετατρέπεται σε ένα χρηματοοικονομικό προϊόν, τότε η πρόσβαση σε αυτήν παύει να είναι δικαίωμα και γίνεται προνόμιο, εντείνοντας την αβεβαιότητα των πολιτών.  

Davis Cup: Νίκη με… μηνύματα: Ο Τσιτσιπάς άνοιξε τη συζήτηση για τις ελληνικές εγκαταστάσεις.

Davis Cup: Νίκη με… μηνύματα: Ο Τσιτσιπάς άνοιξε τη συζήτηση για τις ελληνικές εγκαταστάσεις. Γράφει ο Κυριάκος Μιχαλάκης Χρόνος Ανάγνωσης: 4 λεπτά Η Ελλάδα επικράτησε στο tie απέναντι στο Μεξικό κάνοντας την ανατροπή από 0-1 σε 3-1 εξασφαλίζοντας την παραμονή στο World Group I του Davis Cup. Ο Στέφανος Τσιτσιπάς ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής της αναμέτρησης πετυχαίνοντας δύο νίκες στο μονό απέναντι στους Μαγκαντάν & Πατσέκο Μέντεζ. Ταυτόχρονα, στη πρώτη του κοινή παρουσία στο διπλό με τον Στέφανο Σακελλαρίδη στο Davis Cup, το ελληνικό δίδυμο δεν δυσκολεύτηκε να επικρατήσει των Ροδρίγο Πατσέκο Μέντεζ και Άλαν Μαγκαντάν με 6-3, 6-4, χαρίζοντας έναν πολύτιμο πόντο στην Ελλάδα. Οι δύο Έλληνες τενίστες είχαν εξαιρετική χημεία στο court. Κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τις δηλώσεις του Τσιτσιπά στη συνέντευξη Τύπου, όπου ανέφερε χαρακτηριστικά: “Θεωρώ ότι αυτό θα είναι το δίδυμο της ομάδας για τα επόμενα χρόνια στο Davis Cup.” Το κοινό που βρέθηκε στις 7 και 8 Φεβρουαρίου στο κλειστό γήπεδο του Tae Kwon Do απόλαυσε ωραίο τένις, δυνατά rallies και ανταγωνιστικούς αγώνες, επιβραβεύοντας την ελληνική αποστολή με θερμό χειροκρότημα μετά το τέλος της αναμέτρησης. Οι αστοχίες και τα λόγια του Στέφανου Τσιτσιπά Ωστόσο, ο κορυφαίος Έλληνας τενίστας μετά τη νίκη του το Σάββατο κόντρα στο Μαγκαντάν εξέπληξε τους πάντες. Στις δηλώσεις του στη συνέντευξη Τύπου εμφανίστηκε ιδιαίτερα ενοχλημένος παρά την άνετη νίκη του, χωρίς όμως να θέλει να επεκταθεί στους λόγους αναφέροντας ότι: “Αύριο μετά τη λήξη των αγώνων θέλω να πω κάποια πράγματα”. Την επόμενη μέρα, και με την Ελλάδα να παίρνει το tie με 3-1, Στέφανος Τσιτσιπάς & Στέφανος Σακελλαρίδης πραγματοποίησαν κοινή συνέντευξη τύπου. Ο πρώτος πήρε τον λόγο, ασκώντας έντονη κριτική για τις εγκαταστάσεις και τις συνθήκες διεξαγωγής των αγώνων. “Θέλω να πω ότι έχω να παίξω πάρα πολύ καιρό, πάνω από μια δεκαετία σε τόσο κακό γήπεδο. Κι αυτό πρέπει να το εκφράσω, γιατί δεν πρέπει να περάσει έτσι χωρίς να ειπωθεί. Έχω παίξει σε πάρα πολλά γήπεδα ανά τον κόσμο και είμαι σίγουρος ότι ένα τέτοιο γήπεδο δεν θα ήταν κατάλληλο για τουρνουά Challenger.” “Έγιναν πολλά λάθη. Έγιναν λάθη από τη δική μου τη μεριά κι έγιναν και λάθη που είδα κι εγώ και ήταν γελοία λάθη. Τέτοια λάθη δεν πρέπει να γίνονται. Έκανα ένα correction στο παιχνίδι μου χθες στο μονό που μου φάνηκε ότι ήταν πραγματικά αστείο. Η μπάλα έσκασε πριν τη γραμμή και έδωσα τον πόντο στον αντίπαλό μου, γιατί έκανε ένα καλό σερβίς και άξιζε να πάρει τον πόντο, αλλά υπήρχαν και λάθη που ήταν καθαρά θέμα διαιτητή γιατί δεν ήμουν σίγουρος, αλλά θεωρώ ότι κάποιες μπάλες αντιπάλων βρήκαν γραμμή. Πιστεύω ότι σε τέτοια ματς πρέπει να υπάρχει hawk-eye.” Αυτά ήταν μερικά από τα λόγια του αθλητή, ο οποίος εμφανίστηκε εμφανώς απογοητευμένος από τον “ερασιτεχνισμό” με τον οποίο, όπως ο ίδιος υποστήριξε, διεξήχθη μία τόσο σημαντική διοργάνωση. Το Davis Cup αποτελούσε ανέκαθεν τη γιορτή του τένις. Τα court γεμίζουν από φιλάθλους που θέλουν να δουν, να στηρίξουν και να φωνάξουν για τους αθλητές της χώρας τους. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η χώρα που φιλοξενεί τέτοιους αγώνες να διαθέτει αφενός την απαραίτητη τεχνογνωσία ώστε να οργανώνει αθλητικές διοργανώσεις αυτού του επιπέδου και αφετέρου να δείχνει τον απαιτούμενο σεβασμό τόσο προς τους αθλητές που συμμετέχουν, όσο και προς τον κόσμο που πληρώνει για να παρακολουθήσει ζωντανά το αγαπημένο του άθλημα. Όταν οι αθλητές μιλούν, οφείλουμε να ακούμε Σαφώς, το Τένις έχει κάνει τεράστια άλματα προόδου στην Ελλάδα. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Δεν είναι μόνο ο Τσιτσιπάς και η Σάκκαρη, αλλά και πολλά παιδιά που έρχονται από πίσω και ασχολούνται με το συγκεκριμένο άθλημα. Μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα φιλοξένησε με μεγάλη επιτυχία το Hellenic Championship στο Telekom Center, αλλά και το tie κόντρα στη Βραζιλία στο ανακαινισμένο Stadion Sports Center. Ωστόσο, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς το διήμερο που προηγήθηκε ήταν ένα μεγάλο πισωγύρισμα. Στο διήμερο αυτό επισημάνθηκαν ζητήματα που αφορούσαν τόσο επιμέρους κατασκευαστικές λεπτομέρειες του γηπέδου όσο και την απουσία του συστήματος hawk-eye, στοιχεία που, σύμφωνα με τους αθλητές, θα μπορούσαν να συμβάλουν σε καλύτερες συνθήκες διεξαγωγής των αγώνων. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ένας αθλητής με το ειδικό βάρος και την επιρροή του Στέφανου Τσιτσιπά μίλησε ανοιχτά, αναδεικνύοντας χρόνιες παθογένειες του ελληνικού αθλητισμού και των υποδομών. Το ερώτημα που γεννιέται μετά από αυτές τις δηλώσεις να είναι το εξής: Μέχρι πότε θα πρέπει να βγαίνει ο Τσιτσιπάς, ο Τεντόγλου, ο Παυλίδης, και άλλοι αναγνωρισμένοι αθλητές να διαμαρτύρονται για την ποιότητα των αθλητικών εγκαταστάσεων στις οποίες αγωνίζονται, προετοιμάζονται και προπονούνται; Γιατί πρέπει να κάνουν τεράστιες επιτυχίες για να ασχοληθεί η Ελληνική πολιτεία μαζί τους; Και αν αθλητές διεθνούς βεληνεκούς -ή ακόμη και προπονητές εθνικής ομάδας- αντιμετωπίζουν αυτές τις συνθήκες, τι συμβαίνει άραγε στους νεότερους αθλητές; Όλα αυτά είναι καίρια ερωτήματα, στα οποία οι αρμόδιοι οφείλουν να δώσουν απαντήσεις.