Skip to main content

ΕΥ ΠΟΛΙΤΕΥΕΣΘΑΙ

Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο: Μια Πληγή που Παραμένει Ανοιχτή

Γράφει η Ευαγγελία Καλτσούδα Η 20η Ιουλίου είναι μια μέρα θλίψης και προβληματισμού για τον ελληνισμό. Σαν σήμερα, το 1974, ξεκίνησε η τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο, ένα γεγονός που άλλαξε για πάντα την ιστορία του νησιού και των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η επέμβαση αυτή είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς, αγνοούμενους και πρόσφυγες, ενώ η Κύπρος παραμένει μέχρι σήμερα μοιρασμένη. Η τουρκική εισβολή έγινε με αφορμή το πραξικόπημα που είχε προηγηθεί λίγες ημέρες πριν, από την ελληνική χούντα και την ΕΟΚΑ εναντίον του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Σκοπός του πραξικοπήματος ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, κάτι που δημιούργησε ένταση στην περιοχή. Η Τουρκία, επικαλούμενη το ρόλο της ως εγγυήτρια δύναμη βάσει των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, εισέβαλε στο νησί με στρατιωτικές δυνάμεις. Η επιχείρηση, γνωστή ως «Αττίλας», είχε ως αποτέλεσμα τον έλεγχο του 37% περίπου του κυπριακού εδάφους από την Τουρκία, παρά τις διεθνείς εκκλήσεις για κατάπαυση του πυρός. Μέχρι και τώρα, η χώρα παραμένει διαιρεμένη. Το βόρειο μέρος του νησιού ελέγχεται από το ψευδοκράτος της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», το οποίο αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία, ενώ ποσοστιαία, 82% του νησιού αποτελείται από ελληνοκυπρίους και το υπόλοιπο 18% από τουρκοκυπρίους. Σήμερα, 51 χρόνια αργότερα, οι συνέπειες της εισβολής είναι ακόμη ορατές. Χιλιάδες πρόσφυγες δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους, εκατοντάδες οικογένειες αγνοούν την τύχη των συγγενών τους, ενώ η διχοτόμηση έχει επηρεάσει βαθιά το πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό τοπίο της Κύπρου. Το Κυπριακό Ζήτημα παραμένει ένα άλυτο διεθνές πρόβλημα, και η ανάγκη για δίκαιη και βιώσιμη λύση είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Για τις νέες γενιές, η μνήμη αυτού του γεγονότος δεν είναι μόνο ιστορική, αλλά ταυτόχρονα και πολιτική ευθύνη. Η μελέτη της ιστορίας, όσο δύσκολη κι αν είναι, μας δίνει τη δύναμη να κατανοούμε το παρόν και να χτίζουμε ένα καλύτερο μέλλον. Η τραγωδία της Κύπρου μάς υπενθυμίζει ότι η ειρήνη, η δημοκρατία και η δικαιοσύνη δεν είναι δεδομένες ακόμα και μισό αιώνα αργότερα. Απαιτούν διαρκή προσπάθεια, γνώση και ενεργούς πολίτες. Ως νέα γενιά, δεν κουβαλάμε ευθύνη για τα λάθη του παρελθόντος, όμως έχουμε τη δύναμη – και το χρέος – να μη τα επαναλάβουμε. Με σεβασμό στη μνήμη, με πίστη στον διάλογο και με όπλο την εκπαίδευση, μπορούμε να διεκδικήσουμε έναν κόσμο πιο ενωμένο, πιο ειρηνικό και πιο ανθρώπινο. Γιατί τελικά, η ελπίδα γεννιέται εκεί που η μνήμη συναντά τη δράση.

Capital Controls: “Μαύρη Επέτειος” 10 χρόνων

Γράφει η Ευαγγελία Καλτσούδα Στις 28 Ιουνίου πριν από δέκα χρόνια, τα capital controls ήρθαν απρόσμενα στην ελληνική κοινωνία. Οι τράπεζες έκλεισαν, τα ΑΤΜ έδιναν σταγόνες μετρητών, και μια ολόκληρη χώρα κρατούσε την ανάσα της μπροστά στο ενδεχόμενο να βρεθεί εκτός Ευρωζώνης. Για εμάς όμως, που τότε ήμασταν παιδιά ή έφηβοι, δεν ήταν απλά ένα οικονομικό γεγονός. Ήταν ένα σημείο καμπής. Ήταν η στιγμή που μάθαμε ότι ακόμη και οι πιο βασικές σταθερές μπορούν να καταρρεύσουν, ανεξάρτητα από τη δική μας καθημερινότητα.  Το 2015 δεν ήταν μόνο μια σύγκρουση κυβέρνησης–θεσμών. Ήταν κορύφωση παθογενειών. Η πολιτική ανευθυνότητα, η χαμηλή θεσμική αντοχή, ακόμη και το ίδιο το σύστημα όπως ήταν χτισμένο, αποτέλεσαν το κερασάκι στην τούρτα για την άσχημη οικονομική και κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε ήδη  στην Ελλάδα. Και μέσα σε όλα αυτά, μια κοινωνία που δίσταζε να κοιταχτεί στον καθρέφτη.  Δέκα χρόνια μετά, οι τραπεζικοί περιορισμοί έχουν αρθεί, αλλά η εμπιστοσύνη δεν έχει πλήρως αποκατασταθεί. Όχι μόνο προς το τραπεζικό σύστημα –και κατ’ επέκταση τα τραπεζικά ιδρύματα– αλλά και προς το ίδιο το κράτος, την πολιτική, τους θεσμούς. Κι αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο κεφάλαιο κατά τη διαδικασία “ανάρρωσης” και ανάκαμψης από την κρίση. Μια μάζα πολιτών αβέβαιη για το τι της ξημερώνει, ανήμπορη να σταθεί απέναντι στις δυσκολίες της καθημερινότητας και με την πλειοψηφία να συγκρίνει,να αναλύει τα μνημόνια και τις κρίσεις, υπολογίζοντας τις συνέπειες στο σήμερα.  Αλλά ας μη ξεχνάμε ότι η εμπειρία αυτή, για εμάς, τη γενιά που μεγάλωσε μέσα στην κρίση, είναι και εργαλείο πολιτικής-και όχι μόνο- αφύπνισης. Μας έμαθε να αμφισβητούμε το αυτονόητο, να απαιτούμε τεκμηριωμένη πολιτική. Μας έκανε πιο καχύποπτους αλλά και πιο έτοιμους. Γιατί, όταν έχεις δει την κατάρρευση βιώνοντάς την βαθιά, μπορείς και να τη σταματήσεις, αν έχεις γνώση και πολιτική συνείδηση. Ως γνωστόν, αν και η ιστορία επαναλαμβάνεται, όσοι δε τη γνωρίζουν, πέφτουν στην ίδια λούπα. Έτσι, γνωρίζοντας καλά τον αντίκτυπο της συγκεκριμένης ιστορίας, η νέα γενιά απαιτεί σταθερότητα και αναζητεί ειλικρίνεια και λύσεις με στόχο την αλλαγή. Άλλωστε, με μια ακόμη κρίση στα σκαριά, εκείνη του κορονοϊού, η γενιά αυτή έχει κατακερματιστεί τόσο οικονομικά,κοινωνικά, όσο και ηθικά.  Το ζήτημα στις μέρες μας, δεν είναι ο φόβος να μην ξανασυμβεί. Είναι να διαμορφώσουμε μια πολιτική και οικονομική κουλτούρα που δεν θα αφήνει περιθώριο να ξανασυμβεί. Με ισχυρούς θεσμούς, οικονομική παιδεία και μια γενιά που δεν συμβιβάζεται με εύκολες υποσχέσεις και λόγια του αέρα. Γιατί σίγουρα, αν κάτι μας άφησαν τα capital controls, δεν είναι μόνο πληγές, αλλά κυρίως η ευθύνη να απαιτήσουμε κάτι καλύτερο. Και να το χτίσουμε με επίγνωση, επιμονή και πολιτικό ήθος, ενάντια στο αμαυρωμένο, γεμάτο σκάνδαλα πολιτικό σύστημα. 

Οικονομική Παιδεία: Το σημαντικότερο εφόδιο για την ενηλικίωση

Γράφει η Ευαγγελία Καλτσούδα Η έλλειψη βασικής οικονομικής παιδείας αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα και υποτιμημένα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Πολλοί πολίτες αγνοούν τι σημαίνει επιτόκιο, συγχέουν έννοιες όπως η πιστωτική και χρεωστική κάρτα , ενώ συχνά δεν γνωρίζουν καν τα θεμελιώδη δικαιώματά τους όταν συναλλάσσονται με τραπεζικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Αν κάτι έχω καταλάβει απ’ την εμπειρία μου, αυτή η άγνοια δεν προκύπτει από αμέλεια ή αδιαφορία, αλλά από τη συστηματική απουσία σχετικής εκπαίδευσης, ήδη από τα σχολικά κι όλας χρόνια. Στο σχολείο μάθαμε για εξισώσεις και θεωρίες, παπαγαλίσαμε ημερομηνίες και ονόματα. Δεν μάθαμε, όμως, πώς να φτιάξουμε έναν προϋπολογισμό, πώς να διαχειριστούμε ένα εισόδημα, τι σημαίνει αποταμίευση ή γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε την πιστωτική κάρτα σαν προέκταση του μισθού μας. Κι όμως, αυτά τα εφόδια δεν είναι απλώς χρηστικά. Είναι ζωτικής σημασίας. Επηρεάζουν την ψυχολογία μας, την καθημερινότητά μας, τις επιλογές μας και, τελικά, την ίδια την ελευθερία μας. Η δέσμευση που βιώνουν χιλιάδες άνθρωποι λόγω κακού χειρισμού των οικονομικών τους, οφείλεται κατά ένα μέρος στο ότι δεν έμαθαν ποτέ κάποια βασικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, την ροή ίσως των χρημάτων τους, καταλήγοντας να σπαταλούν τον μισθό τους, πριν καν τα μισά του μήνα. Ενώ παράλληλα, η έσχατη λύση του καταναλωτικού δανείου, φαίνεται για αρκετούς μια συνήθης απόφαση δευτερολέπτων, προβαίνοντας έτσι σε δανεισμό σημαντικού ποσού και θυσιάζοντας μια τουλάχιστον δεκαετία, για ένα αγαθό που μπορούσαν να αποκτήσουν έπειτα από αποταμίευση, ή στην χειρότερη, μπορούσε να περιμένει και λίγο… Η απουσία αυτής της παιδείας δεν επιβαρύνει μόνο το άτομο, αλλά και τη δημόσια διοίκηση. Ένας πολίτης που δεν γνωρίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, καθίσταται ευάλωτος και εκτεθειμένος σε λανθασμένες επιλογές, σε υπερχρέωση, σε παθητική στάση απέναντι στις δυνατότητες που του παρέχει το ίδιο το σύστημα. Είναι πολύ εύκολο να πετάμε το μπαλάκι των ευθυνών σε όσα άτομα βρέθηκαν να χρωστάνε και να διώκονται νομικά  για καταγγελμένα δάνεια του παρελθόντος. Άραγε αναλογίστηκε κανείς με ποιον τρόπο, και κάτω από ποιες συνθήκες είχαν προβεί σε αυτή τη διαδικασία, οι πολίτες αρχικά; Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ρόλος του κράτους δεν πρέπει να περιορίζεται στην παροχή «σωστικών λύσεων» εκ των υστέρων, όπως λχ ο νόμος Κατσέλη, αλλά να επενδύει προληπτικά στην ενδυνάμωση του πολίτη, μέσω της γνώσης. Η ενσωμάτωση της οικονομικής παιδείας στο σχολικό πρόγραμμα είναι ένα απαραίτητο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Και όχι, δεν εννοώ την κατεύθυνση σπουδών και το μάθημα που διδάσκονται οι “Αρχές Οικονομικής Θεωρίας” στο λύκειο.  Δεν πρόκειται για εξειδικευμένες οικονομικές σπουδές, αλλά για βασικές δεξιότητες ζωής, που θα έπρεπε να κατέχει κάθε πολίτης. Η εκπαίδευση σε θέματα όπως η διαχείριση χρημάτων, η αποταμίευση, οι τραπεζικές συναλλαγές και η κατανόηση όρων όπως το επιτόκιο, ο πληθωρισμός ή η πιστοληπτική ικανότητα, θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη, -ή τουλάχιστον θεωρείται, αλλά όχι στη χώρα μας. Τη χώρα, στην οποία αντί ο μαθητής να διδάσκεται τα θεμελιώδη δικαιώματά του και να αποκτά τα βασικά εφόδια, που κάθε ενήλικας εύχεται να είχε από νωρίς, όπως η ικανότητα να κάνει μια φορολογική δήλωση για παράδειγμα, “αναγκάζεται” να αποστηθίσει σελίδες βιβλίων χωρίς να κρατά τίποτα εν τέλει από αυτές, κάνοντας τον να θεωρεί το σχολείο μια ανιαρή και ανούσια αγγαρεία.  Μια κοινωνία που κατανοεί τους μηχανισμούς της οικονομίας, είναι μια κοινωνία πιο ανθεκτική, πιο συνειδητοποιημένη και τελικά πιο ελεύθερη στις επιλογές της. Η οικονομική παιδεία δεν είναι προνόμιο. Είναι δικαίωμα, που η κατοχύρωσή του πρέπει να ξεκινά από την εκπαίδευση. Και σίγουρα η εκπαίδευση, πρέπει να προσαρμοστεί στα σύγχρονα δεδομένα και να προσφέρει ουσιαστική γνώση, η οποία θα λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στον οικονομικό αναλφαβητισμό και την επισφάλεια. Δημιουργώντας έτσι τα θεμέλια, για μια πιο σταθερή και ισχυρή κοινωνία.

25η Μαΐου: Παγκόσμια Ημέρα για τα Εξαφανισμένα Παιδιά

Γράφει η Ευαγγελία Καλτσούδα Κάθε χρόνο, στις 25 Μαΐου, η Παγκόσμια Ημέρα για τα Εξαφανισμένα Παιδιά μας υπενθυμίζει μια σκληρή πραγματικότητα: χιλιάδες παιδιά εξαφανίζονται, αφήνοντας πίσω τους οικογένειες σε αγωνία και κοινωνίες που συχνά αδυνατούν να αντιδράσουν αποτελεσματικά. Το ζήτημα των ευθυνών εξακολουθεί να είναι μετέωρο και το φαινόμενο της εξαφάνισης ανηλίκων ολοένα και αυξάνεται.  Σε ένα γενικότερο πλαίσιο, το φαινόμενο αυτό έχει λάβει τεράστιες εκτάσεις ανά την οικουμένη. Συγκεκριμένα στην Ευρώπη, μεταξύ 2021 και 2023, τουλάχιστον 51.433 ασυνόδευτοι ανήλικοι αναφέρθηκαν ως αγνοούμενοι, δηλαδή σχεδόν 47 παιδιά την ημέρα. Πηγή: https://epthinktank.eu/2025/05/22/disappearance-of-migrant-children-in-the-eu-2/  Ενώ στην Ελλάδα , μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2024, 112 παιδιά εξαφανίστηκαν, σημειώνοντας αύξηση 14,28% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2023 . Πολλά από αυτά τα παιδιά είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας, εκμετάλλευσης ή παραμέλησης. Πηγή: https://www.ekathimerini.com/news/1251526/greece-112-children-missing-in-early-2024-as-cases-rise/   Διεισδύοντας στην κοινωνικοοικονομική διάσταση του ζητήματος, πολλά από τα παιδιά που εξαφανίζονται προέρχονται από οικογένειες που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, ανεργίας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Η οικονομική επισφάλεια μπορεί να οδηγήσει σε παραμέληση, ενδοοικογενειακή βία ή ακόμη και στην απόφαση ενός παιδιού να εγκαταλείψει το σπίτι του σε αναζήτηση «καλύτερης τύχης» — με ό,τι κινδύνους αυτό συνεπάγεται. Παράλληλα, ιδιαίτερα ευάλωτα είναι και τα ασυνόδευτα παιδιά προσφύγων και μεταναστών, που χάνονται σε ένα αόρατο σύστημα, χωρίς επαρκή κρατική φροντίδα. Εξάλλου, όσο κι αν δε θέλουμε να το παραδεχτούμε, δεν εξαφανίζονται όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο, ούτε αντιμετωπίζονται με την ίδια ευαισθησία από τα ΜΜΕ ή τις Αρχές. Το ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων παραμένει καίριο στη χώρα μας, με παιδιά μεταναστών, Ρομά, παιδιά που ζουν σε ιδρύματα ή σε συνθήκες φτώχειας, συχνά να μην έχουν τις ίδιες ευκαιρίες κοινωνικοποίησης και ίσης αντιμετώπισης σε σύγκριση με τα παιδιά μιας μέσης οικογένειας. Στην δημοσίευση των στατιστικών που προέβη «Το Χαμόγελο του Παιδιού», το βράδυ της Παρασκευής 23/4, μέσω της εκπομπής «Φως στο Τούνελ», από τα 48 παιδιά που εξαφανίστηκαν το πρώτο τετράμηνο του 2025, τα 27 ήταν ελληνικής καταγωγής, τα 5 Συριακής και τα 4 αλβανικής, ενώ τα υπόλοιπα 12 ανήκαν σε διαφορετικές εθνότητες, ενώ ακόμη οι 5 από τις 48 εξαφανίσεις ήταν ασυνόδευτων. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία για τα Εξαφανισμένα Παιδιά, ένας από τους πιο συχνούς λόγους εξαφάνισης παιδιών προσφύγων και μεταναστών είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης των παιδιών στο σύστημα προστασίας, η επιθυμία τους να φύγουν με φίλους, οι μακρόσυρτες γραφειοκρατικές διαδικασίες και το γεγονός ότι οι δομές φιλοξενίας ήταν ανεπαρκείς και ακατάλληλες για τα παιδιά. Επιπλέον, στη συγκεκριμένη ανάλυση των στατιστικών συμπεριλήφθηκαν τα δεδομένα που αφορούσαν τους λόγους εξαφάνισης των ανηλίκων. Επρόκειτο για 12 εξαφανίσεις λόγω σχέσεων με την οικογένεια, 9 που αφορούσαν σχέσεις με το άλλο φύλο, 8 την επανένωση με την οικογένεια, και στις 4 ανέρχονταν εκείνες που αφορούσαν τις σχέσεις με συνομήλικους. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό πως τον κυρίαρχο ρόλο έχουν οι επιρροές που ασκούνται στο παιδί καθημερινά, με τον κοινωνικό του περίγυρο να αποτελεί σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα της ζωής του. Από την άλλη πλευρά, εξίσου επικίνδυνη μπορεί να φανεί αυτή η επιρροή, μιας και 35 από τις 48 εξαφανίσεις αφορούσαν φυγή εφήβων, και οι 9 υπάγονταν σε γονεϊκές αρπαγές, ένα φαινόμενο αρκετά ανησυχητικό που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία. Για τον ορισμό του φαινομένου: “Γονική αρπαγή παιδιού ονομάζεται η μη εξουσιοδοτημένη επιμέλεια παιδιού από συγγενή (συνήθως τον ένα ή και τους δύο γονείς), η οποία μπορεί να έχει απομακρύνει το παιδί από τη φροντίδα, την πρόσβαση και την επικοινωνία του άλλου γονέα και της αντίστοιχης πλευράς της οικογένειας. Η γονική αρπαγή συμβαίνει σε περιπτώσεις γονικού δικαστικού χωρισμού ή διαζυγίου και μπορεί να περιλαμβάνει γονική αποξένωση, μια μορφή παιδικής κακοποίησης που αποσκοπεί στην αποσύνδεση ενός παιδιού από τον ένα γονέα. Αυτή αποτελεί, μακράν, την πιο κοινή μορφή απαγωγής παιδιών.” «Το Χαμόγελο του Παιδιού» λειτουργεί την Ευρωπαϊκή Γραμμή για τα Εξαφανισμένα Παιδιά 116000, η οποία παρέχει δωρεάν υποστήριξη σε παιδιά που έχουν εξαφανιστεί, την οικογένειά τους, ενώ παράλληλα δέχεται ανώνυμα και επώνυμα πληροφορίες για περιστατικά εξαφάνισης (φυγή εφήβου, απαγωγή, γονική αρπαγή, ανησυχητική εξαφάνιση) τις οποίες και προωθεί στις αρμόδιες Αρχές. Η Γραμμή 116000 είναι στελεχωμένη αποκλειστικά από εξειδικευμένους Κοινωνικούς Λειτουργούς και Ψυχολόγους και διαθέσιμη πανελλαδικά, 24ώρες το 24ωρο, 365 ημέρες το χρόνο. Επιπρόσθετα, η Γραμμή 116000 είναι διασυνδεδεμένη τον Ευρωπαϊκό Αριθμό Έκτακτης Ανάγκης 112 και υπάγεται στο Διεθνές Δίκτυο Τηλεφωνικών Γραμμών (Child Helpline International).  Πηγή: https://www.gov.gr/sdg/healthcare/national-emergency-numbers/general/116000 Εν κατακλείδι, η ευθύνη για τις εξαφανίσεις ανηλίκων δεν βαραίνει μόνο κάποιο φορέα, αλλά αποτελεί ζήτημα συλλογικής αδυναμίας του συστήματος. Οικογενειακά προβλήματα, κοινωνικές ανισότητες, εγκληματικά κυκλώματα και η ανεπαρκής κρατική μέριμνα συνθέτουν ένα πλέγμα αιτίων που οδηγούν παιδιά στην εξαφάνιση, την φυγή ή την εγκατάλειψη. Η ουσιαστική πρόληψη και προστασία απαιτούν τη συνεργασία όλων: της οικογένειας, των σχολείων, της πολιτείας και της κοινωνίας στο σύνολό της. Μόνο μέσα από συντονισμένες δράσεις και διαρκή επαγρύπνηση μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα ασφαλέστερο μέλλον για κάθε παιδί.

Brain Drain: Τι σημαίνει πραγματικά;

Brain Drain: Τι σημαίνει πραγματικά; Γράφει η Ευαγγελία Καλτσούδα Ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή. Το Brain drain στην Ελλάδα αποτελεί μάστιγα πλέον. Ξέρουμε όμως τι σημαίνει και ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες και οι συνέπειές του; Ξεκινώντας από τον ορισμό του, Brain drain είναι ένας κοινωνικοοικονομικός όρος. Στα ελληνικά μεταφράζεται ως “διαρροή εγκεφάλων” και ουσιαστικά αναφέρεται στη μετανάστευση ανθρώπων με υψηλή μόρφωση, εξειδίκευση και ευφυΐα, σε χώρες του εξωτερικού. Πέρα από την παραδοσιακή ανάλυση του ζητήματος που γίνεται στα πλαίσια του μαθήματος της έκθεσης, στο λύκειο, το φαινόμενο παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον στον κοινωνικοπολιτικό χώρο, με έναν τεράστιο αριθμό κρατών να πασχίζει να το αντιμετωπίσει. Είναι όμως κάτι το οποίο θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «απειλή»; Η αλήθεια είναι, πως παρά το γεγονός ότι μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού δεν γνωρίζει καν για αυτό, ένα μεγάλο ποσοστό των νέων στην Ελλάδα έχει σκεφτεί να φύγει μόνιμα στο εξωτερικό. Κι αυτό είναι αρκετά ανησυχητικό. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία: Από το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού στην ηλικιακή κατηγορία 25-44, το 8,4% μετανάστευσε την περίοδο 2008-2017, και το 4,6% παραμένει ακόμα στο εξωτερικό. To 86,3% των Ελλήνων που μετανάστευσαν ήταν εργάσιμης ηλικίας (15-64 ετών). Από αυτούς, 51,4% ανήκαν στη “κρίσιμη” ηλικιακή κατηγορία 25-44 ετών. Η καθαρή εκροή ατόμων εργάσιμης ηλικίας (15-64) ανήλθε σε 189.649 άτομα, που αντιστοιχούν στο 98,5% του συνόλου της καθαρής εκροής. Από αυτούς, 125.397 άτομα (65,1%) προέρχονταν από την ηλικιακή κατηγορία 25-44. (Πηγή: https://wealthyhood.com/el/blog/ependyseis/brain-drain-ellada/) Δεδομένων των εξελίξεων στην χώρα μας από την περίοδο της κρίσης κι όλας, νέοι -κυρίως- πολίτες έχουν δυσανασχετήσει με την κατάσταση που επικρατεί, και αναζητούν τρόπους φυγής. Ωστόσο το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί πρωτοπορία του ελληνικού χώρου, μιας και είναι μέρος ενός ευρύτερου, παγκόσμιου φαινομένου μεγάλης κλίμακας. Συγκεκριμένα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι μεταναστευτικές ροές προέρχονται κυρίως από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και, σε μικρότερο βαθμό, της νότιας Ευρώπης. Πηγή: https://www.coe.int/en/web/portal/-/brain-drain «Ε, όλοι έχουμε και κάποιον γνωστό που έφυγε στο εξωτερικό για ένα καλύτερο μέλλον.» Συνήθως γίνεται λόγος για την πολιτική αστάθεια, τη διαφθορά, την δεινή οικονομική κατάσταση και την ποιότητα ζωής στην Ελλάδα. Είναι όμως άραγε τόσο απλά τα πράγματα; Τι ευθύνεται πραγματικά γι αυτή τη μαζική “εκκένωση“; Ρίχνοντας μια ματιά στην επικαιρότητα της χώρας μας, αναλογίζεται κανείς πως οι ευκαιρίες ανέλιξης είναι μηδαμινές, και οι απολαβές έχουν ταβάνι που δεν συνάδει των εκάστοτε προσόντων. Οι νέοι πλέον αισθάνονται πως δεν εκτιμάται πραγματικά η προσφορά τους στην αγορά εργασίας, ανεξάρτητα του τομέα ή του είδους απασχόλησης. Επιπλέον, ας μη ξεχνάμε ότι το κράτος επενδύει χρήματα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την ανάδειξη επιστημόνων, που στην τελική, θα επωφεληθούν άλλες χώρες. Έτσι, η αδυναμία του ίδιου του κράτους να παρουσιάσει ένα ευνοϊκό περιβάλλον στους πολίτες του, αποτελεί όχι μόνο αστοχία αλλά και ένα “χαμένο στοίχημα” με τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν πρόκειται απλά για μια αποτυχημένη κυβερνητική πολιτική, αλλά μια συστηματική άγονη προσπάθεια.  Αυτό που συζητάται τώρα, αφορά το αν «Μπορεί το brain drain να μετατραπεί σε ευκαιρία για τη χώρα προέλευσης». Κατόπιν εορτής, γίνεται σαφές πως χρειάζονται πολλές δυνάμεις για την επιχείρηση επανένταξης του χαμένου δυναμικού. Εξάλλου, το σενάριο της επανένταξης αφορά τις περισσότερες φορές την έννοια της μετακίνησης κι όχι της μόνιμης μετανάστευσης, κάτι που σκέφτονται οι περισσότεροι, τουλάχιστον μέχρις ότου καλυτερεύσουν οι συνθήκες, χρονικώς απροσδιόριστα. Ωστόσο, ένα -αν όχι το μόνο- θετικό στοιχείο αφορά τον τόπο εγκατάστασης. Πρόκειται κυρίως για αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπως οι Σκανδιναβικές και οι χώρες της βόρειας Ευρώπης γενικότερα. Με αυτόν τον τρόπο, οι απόδημοι πολίτες διατηρούν εξίσου τα δικαιώματα τους, όπως για παράδειγμα η δυνατότητα ψήφου. Επιπλέον, αρκετά συχνά παρατηρούμε τους απόδημους έλληνες του brain drain να επενδύουν πολλά χρόνια αργότερα είτε σε ελληνικές επιχειρήσεις είτε σε επέκταση άλλων επιχειρήσεων στην Ελλάδα, χωρίς όμως το ενδεχόμενο του επαναπατρισμού στο μυαλό τους. Συνοπτικά, brain drain δεν είναι απλώς ένα στατιστικό φαινόμενο. Είναι μια ζωντανή μαρτυρία της αδυναμίας ενός κράτους να κρατήσει κοντά του τους ανθρώπους που επενδύει να διαμορφώσει. Δεν αρκεί η διαπίστωση απλά του προβλήματος, αλλά απαιτείται πολιτική βούληση, κοινωνική αλλαγή και ουσιαστικό όραμα. Αν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να διεκδικήσει το μέλλον που της αξίζει, οφείλει να επενδύσει ουσιαστικά στους ανθρώπους της, όχι μόνο με λόγια αλλά και με πράξεις, κάνοντας τους έτσι να επιθυμούν να επιστρέψουν- αν όχι να μη φύγουν καν. Ίσως τότε, το brain drain να μετατραπεί σε brain gain – μια επαναφορά γνώσης, εμπειρίας και προοπτικής στον τόπο που τη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ. Πηγή:https://www.kathimerini.gr/opinion/1049021/oi-dyo-opseis-toy-brain-drain/

Clicktivism: τι είναι τελικά;

Γράφει η Ευαγγελία Καλτσούδα Ένα πρόσφατο φαινόμενο γίνεται αντικείμενο συζήτησης παγκοσμίως και απασχολεί όχι μόνο επιστήμονες και ειδικούς, αλλά όλες τις μερίδες του πληθυσμού. Μπορεί να μη το έχετε έτσι ακριβώς ακουστά, αλλά σίγουρα βλέπετε τον αντίκτυπό του καθημερινά, μιας και το “clicktivism” ή αλλιώς ο ψηφιακός ακτιβισμός αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, κομμάτι της σύγχρονης κοινωνίας. Η μόνη διαφορά του δε, από τον παραδοσιακό ακτιβισμό, είναι πως κυριαρχεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μέσα από δημοσιεύσεις, κοινοποιήσεις, hashtags, και ούτω καθ΄εξής. Σύμφωνα με το Λεξικό του Cambridge, ο ψηφιακός ακτιβισμός (clicktivism) είναι μια μορφή ακτιβισμού που χρησιμοποιεί το διαδίκτυο και τα social media, για να υπογραφούν αιτήσεις και να οργανωθούν διαμαρτυρίες. Δεδομένων των ραγδαίων εξελίξεων στον τομέα της τεχνολογίας, ο 21ος αιώνας έχει χαρακτηριστεί πολλάκις από κοινωνιολόγους ως εκείνος της ψηφιακής πληροφορίας. ‘Ετσι, διάφορα σύγχρονα κινήματα διαδίδονται ταχύτερα μέσω του διαδικτύου, όπως για παράδειγμα το φεμινιστικό κίνημα #metoo με απίστευτη απήχηση και χιλιάδες υπερασπιστές. Ξεκινώντας από τις θετικές προεκτάσεις του φαινομένου, είναι πασιφανές πως, ό,τι σχετίζεται με το ίντερνετ, έχει να κάνει με την ευκολία, την ταχύτητα, και την άμεση αλληλεπίδραση των πολιτών. Είναι πραγματικά απίστευτο πως μπορούμε να ενημερωθούμε άμεσα, εύκολα και πάνω απ’ όλα δωρεάν, μέσα σε δευτερόλεπτα για ένα κίνημα στη Νότια Αφρική, για παράδειγμα. Με αυτό τον τρόπο, πολλά θετικά χαρακτηριστικά προκύπτουν κατευθείαν, με πρώτο και κυρίαρχο την καταπολέμηση της άγνοιας, της αμάθειας. Σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση, οι άνθρωποι έχουν πάψει πλέον τα περιορίζονται σε τοπικές δράσεις και κινήματα, αναπτύσσοντας τις γνώσεις, τις ιδέες και το κοινό όραμα για ένα καλύτερο μέλλον. Δε ζουν πλέον στη “φούσκα” , που κάποτε θεωρούσαμε δεδομένη, έως και απαραίτητη για την καλύτερη ανάπτυξη. Πια, η νοοτροπία του “να κοιτάς μόνο την πάρτη σου” θεωρείται όχι μόνο ξεπερασμένη, αλλά και εγωιστική, μιας και οι εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν φτάσει να μας απασχολούν περισσότερο από τα εγχώρια. Επιπλέον, προσφέρεται η δυνατότητα να στηρίξει κανείς το κίνημα που επιθυμεί, με το πάτημα ενός κουμπιού, την δημοσίευση μιας εικόνας, κλπ. Οι δικαιολογίες περι έλλειψης χρόνου, που συχνά επικαλλούνταν οι “πολυάσχολοι” , καταρρίπτονται. Έτσι, η νέα γενιά καταφέρνει επιτέλους να μάχεται και να αγωνίζεται με τη σωστή αξιοποίηση των εργαλείων που της παρέχονται, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά την σημασία του ακτιβισμού. Ωστόσο, οι αρνητικές προεκτάσεις του ζητήματος είναι εξίσου ισχυρές και αποτελούν αξιόλογα αντεπιχειρήματα στις συζητήσεις περί ψηφιοποίσης ή μη του ακτιβισμού ανά την οικουμένη. Πολλοί υποστηρίζουν πως το φαινόμενο του clicktivism έχει επιφανειακή δράση και δεν ωθεί ουσιαστικά στη δημιουργία προσωπικών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων,απαξιώντας έτσι την παραδοσιακή έννοια της διαδήλωσης. Συχνά, παρατηρείται και η εκμετάλλευση ορισμένων συμμετοχόντων, το λεγόμενο “expose” , η άσκοπη έκθεση δηλαδή ατόμων, εταιριών, ακόμη και καταστάσεων, με απώτερο σκοπό την θυσία των προσωπικών δεδομένων στον βωμό του κέρδους. Ενώ άλλοι, ασχολούνται με την τοξικότητα του “cancel culture” , μια σύγχρονη μορφή λογοκρισίας, κατά την οποία κάποιος απομακρύνεται από τους κοινωνικούς ή επαγγελματικούς του κύκλους, λόγω της δημόσιας έκφρασης μιας άποψης, που είτε προσβάλλει μια κοινωνική ομάδα, είτε θίγει κοινωνικές ανισότητες. Διαχρονικά, αυτό που μένει είναι η ουσία του ακτιβισμού και του εθελοντισμού, ανεξάρτητα με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της εκάστοτε μορφής. Η νέα γενιά πάντονε θα βρίσκει τρόπο να μάχεται για τα δικαιώματά της κατά των ανισοτήτων, ακόμη και σε περιόδους που οι πόροι είναι περιορισμένοι, και τα διαθέσιμα εργαλεία ελωχεύουν κινδύνους. Η διαρκής εξέλιξη της τεχνολογίας δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να μας φοβίζει, αλλά κάτι που μας δίνει το κατάλληλο κίνητρο, για να κάνουμε τη ζωή μας πιο εύκολη, συμβαδίζοντας με εκείνη. Προσαρμόζοντας τα δεδομένα σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει, αναπτύσσεται και εξελίσσεται μπορούμε να έχουμε το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα. Πηγή: https://www.pillowfights.gr/life-in-fluorescent/clicktivism-o-aktivismos-pio-konta-mas-apo-pote/

Κατώτατος μισθός: Μια “αύξηση” που δεν αυξάνει τις ελπίδες

Γράφει η Ευαγγελία Καλτσούδα Η πρόσφατη ανακοίνωση για την αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, αν και καλοδεχούμενη, δεν φαίνεται πως κατάφερε να εμπνεύσει και τόσο το αίσθημα προόδου και ασφάλειας που, θεωρητικά πάντα, θα έπρεπε να συνοδεύει μια τέτοια πρωτοβουλία μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας, σαν την Ελλάδα. Οι συζητήσεις γύρω από το ζήτημα του κατώτατου μισθού επικεντρώνονται συνήθως στο “πόσο” . Εν μέρει κατανοητό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τις αντίξοες -ομολογουμένως- οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, αλλά και την συνεχή αντιπαραβολή του δικού μας κατώτατου με άλλων, λόγου χάρη των κεντρικών-δυτικών χωρών ή ακόμη και του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης… Ωστόσο, λίγες είναι οι φορές που ασχολούμαστε πραγματικά με το “πώς” και το “γιατί” . Πώς αποτυπώνονται, στην ουσία, σε μια τέτοια αύξηση, οι υπέρογκες ανάγκες διαβίωσης των εργαζομένων, και ειδικά των νέων; Πώς επηρεάζεται η καθημερινότητα των μέσων πολιτών, εκείνων που μετα βίας πασχίζουν να βιοποριστούν και ήδη ζουν σε αβεβαιότητα; Και κυρίως: γιατί, ακόμη κι όταν αυξάνεται ο κατώτατος μισθός, το αίσθημα αβεβαιότητας παραμένει το ίδιο; Η απάντηση ίσως να βρίσκεται στο γεγονός ότι ο κατώτατος μισθός δεν είναι από μόνος του ένα εργαλείο κοινωνικής πολιτικής, αλλά ένα κομμάτι ενός μεγαλύτερου πλαισίου. Με ζητήματα όπως η ακρίβεια των βασικών αγαθών, η στεγαστική κρίση, οι αλλαγές στην αγορά εργασίας και, παρ’ όλα αυτά, η δυσκολία στην εύρεση καλά αμείβοντος εργασιακού δυναμικού, να αποτελούν ήδη προβλήματα που δεν επιλύονται εύκολα μόνο με τη βελτίωση των στατιστικών, η υποτιθέμενη αυτή “αύξηση” ουδέποτε καταλήγει στην τσέπη των πολιτών, αλλά σε προσαυξήσεις στην εφορία και διεκπεραίωση άλλων υποχρεώσεων. Σε μια χώρα όπου η φράση “Μένω με τους γονείς μου μέχρι τα 30” δε θεωρείται πλέον κάτι παράξενο και η μερική απασχόληση συχνά αντιμετωπίζεται ως η “πρώτη γεύση της αγοράς”, οι αυξήσεις στον κατώτατο μοιάζουν περισσότερο με ημίμετρο παρά με πραγματική ανάκαμψη. Κοινή παραδοχή πλέον αποτελεί, πως επιβάλλεται να ανοίξει μια πιο ειλικρινής και μακροπρόθεσμη συζήτηση για το πώς η πολιτεία θα εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, ουσιώδη στήριξη της εργασίας και προοπτική για τις επόμενες γενιές. Ο κατώτατος μισθός ,σε τελική ανάλυση, δεν είναι μόνο αριθμός. Και προπάντων, κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν είναι η σπίθα αυτή αισιοδοξίας, που κάποιοι αναφέρουν πως θα δώσει πνοή στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Είναι καθρέφτης των προτεραιοτήτων μας ως κοινωνία. Και αυτή τη στιγμή, η αντανάκλαση δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξη… Αρκεί μια υποτυπώδης αύξηση για να αλλάξει η καθημερινότητα; Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε, αλλά για πολλούς η επιβίωση εξακολουθεί να μοιάζει με αγώνα. Όταν το κόστος ζωής ανεβαίνει συνεχώς, η απάντηση δεν είναι μόνο στα νούμερα, αλλά σε ένα συνολικό σχέδιο για αξιοπρεπή εργασία,στέγαση και προοπτική. Για να αποκτήσουν νόημα οι αριθμοί, πρέπει να συνδέονται με την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα των νέων σήμερα δεν πρόκειται να βελτιωθεί μόνο με μια αύξηση του κατώτατου, που δε θα φανεί και ποτέ στο πορτοφόλι τους. Χρειάζεται πολιτκή βούληση, δημόσιος διάλογος και κυρίως, η φωνή των ίδιων των νέων στο προσκήνιο. Όχι ως παρατηρητές ή απλώς σχολιαστές, αλλά ως πραγματικοί συμμέτοχοι, που παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους. Η αληθινή εικόνα της νέας γενιάς. Ίσως έχει έρθει η ώρα να σταματήσουμε να ρωτάμε μόνο “πόσο” και να αρχίσουμε να διεκδικούμε το “πώς” και το “γιατί” . Πώς θέλουμε να εργαζόμαστε; Γιατί συμβιβαζόμαστε με τα ελάχιστα; Και, κυρίως, πώς μπορούμε συλλογικά να διαμορφώσουμε μια αγορά εργασίας που να δίνει πραγματικές προοπτικές ανέλιξης, αντί για παραιτήσεις; Ο κατώτατος μισθός μπορεί να παραμένει στα τάρταρα, όσο επικρατούν αυτές οι συνθήκες, αλλά η δική μας διεκδίκηση, ως νέα γενιά, οφείλει να είναι το καλύτερο αύριο, ώστε να μην μένει κανένας κολλημένος σε αυτόν.