Αντισταθείτε, σήμερα
Γράφει ο Λευτέρης-Φοίβος Βασιλόπουλος
Χρόνος Ανάγνωσης: 5 λεπτά
«Είμαι απαισιόδοξος, αλλά έχω ελπίδα», ανέφερε ο Μ. Σαντέλ, Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας
στο Χάρβαρντ, σε πρόσφατη συνέντευξή του στα “ΝΕΑ”. Η φράση αυτή, η οποία θυμίζει την
γκραμσιανή προσέγγιση της απαισιοδοξίας της νόησης και της αισιοδοξίας της βούλησης,
επιχειρεί να μεταδώσει μια ειλικρινή, υπεύθυνα αισιόδοξη προσέγγιση σε χαλεπούς καιρούς. Η
πρώτη εσωτερική αντίσταση στην διευρυμένη απόγνωση και τον διάχυτο φόβο είναι η ελπίδα.
Ωστόσο, ο Σαντέλ προχωράει πέρα από την εσωτερική αντίσταση της ελπίδας και παίρνει θέση
στη σημασία της συλλογικής ευθύνης. Η εύρεση νέων τρόπων συμμετοχής, νέων μορφών
συλλογικοτήτων που ανταποκρίνονται στα καθημερινά βιώματα των πολιτών, με στόχο την συμπλήρωση και την ανανέωση του αντιπροσωπευτικού μοντέλου, αποτελεί κεντρικό διακύβευμα σε μια εποχή θεσμικής κόπωσης.
Κατατοπιστικό είναι το παράδειγμα από τα Συμβούλια Πολιτών στη Γαλλία, τα οποία αποτελούν παγκόσμια πρωτοπορία, τόσο μέσα από τα Συμβούλια Πολιτών του Μακρόν κατά την πρώτη του θητεία, όσο και διαμέσου των Συμβουλίων Πολιτών του Δήμου Παρισιού, τα οποία αναπτύχθηκαν τα τελευταία
χρόνια και αποτελούν ένα από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα, όπου μάλιστα ένα μέρος των
προτάσεων υιοθετήθηκαν από την διοίκηση της πόλης. Ήδη από το 2021 ο ΟΟΣΑ έχει
καταγράψει πάνω από 650 αντίστοιχες πρωτοβουλίες παγκοσμίως, κυρίως τοπικού χαρακτήρα.
Μάλιστα, υπάρχουν περιπτώσεις θεσμοθετημένων διαβουλευτικών Συμβουλίων Πολιτών και
στην Ελλάδα, με κύριο παράδειγμα τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου της ΕΡΤ την περίοδο
2015-2018, τα οποία είχαν εθνική εμβέλεια.
Σε κοινή κατεύθυνση κινείται η Σαλομέ Σακέ μέσα από το βιβλίο της με τίτλο «Αντισταθείτε» (εκδ.
Στερέωμα, 2025), ένα δοκίμιο που αφορά την ανάγκη κατανόησης της μεγάλης αύξησης στην
απήχηση των απόψεων της ακροδεξιάς και τη σημασία της συλλογικής αντίστασης και της
επανεφεύρεσης των αφηγήσεων γύρω από το συνανήκειν, την αλληλεγγύη και την χαρά ως
αντισταθμίσματα της απαισιοδοξίας και της παραίτησης. Το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε στα
τέλη του 2024 στη Γαλλία (με τίτλο «Résister») και έχει πουλήσει ήδη πάνω από 400
χιλιάδες αντίτυπα, έχει ως επίκεντρο τη Γαλλία και το σοκ της κατακόρυφης ανόδου της Λεπέν
στις ευρωεκλογές και τον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών, ενώ κάνει και μια ευρύτερη
αναφορά στην κατάσταση που επικρατεί στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στο τέλος του βιβλίου, η
συγγραφέας αναφέρεται στην προοπτική εύρεσης νέων τρόπων αντίστασης μέσα από τη
συμμετοχή και τη συλλογική δράση των πολιτών, τον ρόλο των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης
και της δημοσιογραφίας στην αναζωογόνηση του καθημερινού, δημοκρατικού διαλόγου και της
διαβούλευσης.
Το 2026 κατέστησε σαφές από τις πρώτες ημέρες ότι οι συζητήσεις για τους κινδύνους της
ανόδου της ακροδεξιάς παγκοσμίως δεν είναι γραφικές, ότι τα φαινόμενα δεν απατούν, αλλά
βρίσκονται μπροστά μας, πόσο δε μάλλον, μπροστά στις οθόνες μας. Ένα καθημερινό
σκρολάρισμα στα social media, είναι αρκετό έως ότου δούμε ξαφνικά το βίντεο της δολοφονίας της Reneé Good από τον ICE, την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής των ΗΠΑ. Το βίντεο διαδίδεται μέσα σε λίγες ημέρες σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, η ομάδα του ICE βρισκόταν σε «αυτοάμυνα».
Βεβαίως, η ύπαρξη της ακροδεξιάς στο προσκήνιο του πολιτικού χώρου είναι πλέον καθημερινή
και απολύτως κανονικοποιημένη. Για την ακρίβεια, μπορεί να θεωρηθεί άστοχη η χρήση των
λέξεων «άνοδος» – «ανάδυση». Ο πολιτικός χώρος της ακροδεξιάς δεν βρίσκεται απλά στην περίοδο ανόδου, αλλά στην βαθμιαία απόκτηση θέσεων εξουσίας και τον σχηματισμό κυβερνήσεων. Η ακροδεξιά συμπυκνώνει σε γενικές γραμμές το σύνολο των πολιτικών αυτών ομάδων που, παρά τις διαφορές που έχουν, διέπονται από κοινές αντιλήψεις: έντονο εθνικισμό, περιφρόνηση των δημοκρατικών αρχών και υποστήριξη αυταρχικών πρακτικών, ετεροφοβία, απόρριψη της μετανάστευσης και της πολυπολιτισμικότητας, απόρριψη του αυτοπροσδιορισμού των κοινωνικών ταυτοτήτων.
Όπως τόνισε χαρακτηριστικά η Χάνα Άρεντ στο έργο της «Οι απαρχές του Ολοκληρωτισμού»
(1951), ο μεγάλος κίνδυνος είναι η αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε έγκαιρα αυτή τη ριζική νέα
διαμόρφωση ενός αυταρχικού ρεύματος που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Από τη μια, ο χαρακτηρισμός της κατάστασης ως (προ)φασιστικής – νιώθοντας αμηχανία με το άκουσμα της λέξης – ρισκάρει να ακούγεται «γραφικός», οδηγώντας στην απομάκρυνση του κόσμου από το θέμα «γιατί υπερβάλλουμε». Από την άλλη, η αποσιώπηση στις εξελίξεις και η παραίτηση είναι πράξεις αφέλειας και οδηγούν σε αδιέξοδο και απόγνωση, πλαίσιο στο οποίο ευδοκιμούν οι απόψεις αυτές.
Σύμφωνα με την Σαλομέ Σακέ, σημαντικές ενδείξεις είναι ήδη εμφανείς και μπορούν να αναγνωριστούν στον πυρήνα της ανόδου της ακροδεξιάς. Πολλά από αυτά που για πολλά χρόνια χαρακτήριζαν ένα σκοτεινό παρελθόν και βρήκαν καταφύγιο μόνο σε ένα μέρος περιθωριακών ομάδων ακραίων απόψεων, σήμερα εμφανίζονται ως διακριτά στοιχεία στην πολιτική του Πρόεδρου των ΗΠΑ. Κεντρικό παράδειγμα, η δράση του ICE εντός των ΗΠΑ.
Μέσα σε όλα αυτά, η καθημερινότητα μας βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο μεταξύ brainrot/χρόνιας υπερκόπωσης και ψηφιακής αυταπάτης. Αναζητούμε την κοινή λογική, εκείνη στην οποία μπορούμε να βασιστούμε μέσα σε ένα αχανή κόσμο δεδομένων και διασπάσεων προσοχής. Μπορεί το συμβάν της δολοφονίας της Γκουντ να έλαβε χώρα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά ζώντας σε μια τόσο «συνδεδεμένη» κοινωνία, αποτελεί ένα κοινό ψηφιακό βίωμα.
Το ερώτημα είναι αν τα ψηφιακά βιώματα είναι αρκετά για να μας κινητοποιήσουν να προβάλλουμε αντίσταση στην έλευση φοβικών αντιλήψεων στοχοποίησης και αποκλεισμού, απόρριψης της πολιτισμικής ποικιλομορφίας και των δημοκρατικών αξιών. Τα social media, με τον τρόπο που είναι δομημένα, δημιουργώντας αλγοριθμικά echo chambers, ίσως να μας οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση. Αντί να κινητοποιούν τα δημοκρατικά echo chambers, τα αποθαρρύνουν όλο και περισσότερο.
Παρά το απαισιόδοξο κλίμα που επικρατεί παγκοσμίως, οι δύο προσεγγίσεις, τόσο του Σαντέλ,
όσο και της Σακέ, τονίζουν ότι τώρα είναι η στιγμή να κινητοποιηθούμε, ως ενεργοί πολίτες,
καθώς ανοίγει ένας παγκόσμιος διάλογος, που μας αφορά όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σχετικά με την ανάγκη εύρεσης «δημοκρατικών καινοτομιών», οι οποίες θα
επιτρέψουν την πιο άμεση συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση μιας νέας κοινής βάσης
αλληλοκατανόησης, συνύπαρξης και κοινωνικής δικαιοσύνης.