Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΕΥ ΠΟΛΙΤΕΥΕΣΘΑΙ

Το Νέο Πρόσωπο Του Φασισμού Και Η Ψηφιακή Προπαγάνδα

Το Νέο Πρόσωπο Του Φασισμού Και Η Ψηφιακή Προπαγάνδα Γράφει ο Αριστομένης Τσαλαπατάνης Χρόνος Ανάγνωσης: 4 λεπτά Για πολλούς υπάρχει η ψευδής αντίληψη ότι ο φασισμός είναι ένα φαινόμενο του παρελθόντος. Βλέπετε, είναι δύσκολο να τον αναγνωρίσεις χωρίς τις μαύρες στολές, τους στρατιωτικούς σχηματισμούς και τους ναζιστικούς χαιρετισμούς. Όμως η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται απλά, αλλά εξελίσσεται. Οι ιδέες προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες της εποχής και ο αυταρχισμός αποκτά κάθε φορά καινούργια μορφή. Σήμερα η πολιτική δεν διεξάγεται μόνο στην Βουλή και στα πολιτικά γραφεία. Διεξάγεται στο TikTok, στο Instagram, στο YouTube και στο X. Η εικόνα έχει μεγαλύτερη δύναμη από το επιχείρημα, το σύνθημα από την ανάλυση και το συναίσθημα από τα γεγονότα. Μέσω του περιβάλλοντος αυτού η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα και οι ακραίες ιδέες αποκτούν μια νέα, ελκυστική αισθητική. Προφανώς η Ελλάδα δεν εξαιρείται από αυτό το φαινόμενο. Η Χρυσή Αυγή αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πολιτικής δύναμης που δεν επένδυσε μόνο στην βία, άλλα και στην δημιουργία μιας ολόκληρης εικόνας: σημαίες, σύμβολα, βίντεο, στρατιωτική πειθαρχία, αναφορές στην αρχαία ιστορία της χώρας και την «εθνική αναγέννηση». Η πολιτική παρουσιαζόταν ως μια σύγκρουση ανάμεσα στους «γνήσιους Έλληνες» και τους «εχθρούς του έθνους». Θα ήταν όμως λάθος να πιστέψει κανείς ότι αυτά τα φαινόμενα περιορίζονται αποκλειστικά σε οργανώσεις όπως η Χρυσή Αυγή. Στοιχεία αυτής της πολιτικής κουλτούρας συναντώνται συχνά και στον ευρύτερο δημόσιο λόγο. Η συνεχής επίκληση της εθνικής απειλής, η παρουσίαση των πολιτικών αντιπάλων ως εσωτερικών εχθρών και η αντικατάσταση της πολιτικής συζήτησης από συνθήματα αποτελούν πρακτικές που ξεπερνούν τα όρια ενός μόνο κόμματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πολιτική πορεία του Μάκη Βορίδη, ο οποίος προέρχεται από τον χώρο της ελληνικής άκρας δεξιάς, υπήρξε πρόεδρος της ΕΠΕΝ ως νέος, και βουλευτής του ΛΑΟΣ πριν ενταχθεί στη ΝΔ. Η πολιτική αυτή παρουσία αποδεικνύει πως ιδέες που βρίσκονταν κάποτε στο περιθώριο μπορούν να ενσωματωθούν σταδιακά στην κεντρική πολιτική σκηνή. Παρόμοια, ο δημόσιος λόγος του Άδωνι Γεωργιάδη χαρακτηρίζεται συχνά από από έντονη πόλωση, σύγκρουση και επικοινωνιακή υπερβολή. Η πολιτική αντιπαράθεση παρουσιάζεται πολλές φορές ως μάχη πολιτισμών, αξιών ή εθνικής επιβίωσης και όχι σύγκρουση διαφορετικών πολιτικών προγραμμάτων. (Για ακαδημαϊκή ανάλυση της πολιτικής του Άδωνι Γεωργιάδη σας προτείνω να διαβάσετε το άρθρο της Ειρήνης Θεοδωροπούλου «Debunking political ideology through metaphor: a case study on Greek politician Adonis Georgiadis».) Χαρακτηριστική είναι επίσης η περίπτωση του Κυριακού Βελόπουλου και της Ελληνικής Λύσης. Η πολιτική απεύθυνση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατασκευή μιας αντίθεσης ανάμεσα σε «πατριώτες» και όσους παρουσιάζουν απειλή για την εθνική ταυτότητα και κουλτούρα. Η έμφαση στην πολιτισμική ανασφάλεια, στην μετανάστευση και στην ανάγκη μιας δήθεν πατριωτικής διακυβέρνησης αποτελεί κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ρητορικής. Βέβαια το πεδίο της πολιτικής μάχης είναι ένα. Το διαδίκτυο. Εκεί βλέπουμε τον πραγματικό εκσυγχρονισμό της φασιστικής προπαγάνδας. Το πιο ενδιαφέρον όμως στοιχείο δεν είναι η παρουσία της ακροδεξιάς στο διαδίκτυο. Είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται. Οι ακραίες απόψεις σπάνια εκφράζονται πλέον με ωμό τρόπο. Αντίθετα, εμφανίζονται μέσα από memes, σατιρικές εικόνες, σύντομα βίντεο και ειρωνικά σχόλια. Ένα ρατσιστικό μήνυμα μπορεί να παρουσιαστεί ως αστείο. Μια συνωμοσιολογική θεωρία μπορεί να εμφανιστεί ως «εναλλακτική άποψη». Ένας πολιτικός αντίπαλος μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο χλευασμού πριν καν γίνει αντικείμενο πολιτικής κριτικής. Παράλληλα, η έννοια του πατριωτισμού χρησιμοποιείται πολλές φορές ως εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης. Όποιος διαφωνεί παρουσιάζεται ως «ανθέλληνας», «προδότης» ή «όργανο ξένων συμφερόντων». Η λογική αυτή δεν είναι καινούργια στην ελληνική πολιτική ιστορία. Ωστόσο, στην εποχή των κοινωνικών δικτύων αποκτά πρωτοφανή ένταση. Τα σύνθετα πολιτικά ζητήματα μετατρέπονται σε απλές συγκρούσεις ανάμεσα σε «πατριώτες» και «εχθρούς του έθνους». Η δημοκρατική αντιπαράθεση αντικαθίσταται από την ηθική καταδίκη του αντιπάλου. Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται ο πυρήνας της νέας εικόνας του φασισμού. Δεν χρειάζεται να καταργήσει άμεσα τη δημοκρατία. Αρκεί να υπονομεύσει τις προϋποθέσεις της. Να απαξιώσει τον διάλογο, να ενισχύσει την πόλωση, να μετατρέψει την πολιτική σε θέαμα και να καλλιεργήσει την πεποίθηση ότι τα προβλήματα της κοινωνίας μπορούν να λυθούν μόνο από ισχυρούς ηγέτες που δεν δεσμεύονται από θεσμούς και κανόνες. Η πρόκληση για τις δημοκρατικές κοινωνίες δεν είναι απλώς να αντιμετωπίσουν τις ακραίες οργανώσεις. Είναι να αναγνωρίσουν τους νέους τρόπους με τους οποίους οι αυταρχικές ιδέες διεισδύουν στην καθημερινότητα. Όταν η εικόνα αντικαθιστά το επιχείρημα, όταν το meme αντικαθιστά την πολιτική ανάλυση και όταν ο φόβος αντικαθιστά τη γνώση, τότε ο δρόμος προς τον αυταρχισμό γίνεται πολύ πιο εύκολος απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Η ιστορία μάς διδάσκει ότι ο φασισμός δεν επιστρέφει ποτέ με την ίδια μορφή. Εμφανίζεται κάθε φορά προσαρμοσμένος στις ανάγκες και στις τεχνολογίες της εποχής του. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η αντιμετώπισή του απαιτεί όχι μόνο ιστορική μνήμη, αλλά και την ικανότητα να αναγνωρίζουμε τις νέες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο.

Αντισταθείτε, σήμερα

Αντισταθείτε, σήμερα Γράφει ο Λευτέρης-Φοίβος Βασιλόπουλος Χρόνος Ανάγνωσης: 5 λεπτά «Είμαι απαισιόδοξος, αλλά έχω ελπίδα», ανέφερε ο Μ. Σαντέλ, Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίαςστο Χάρβαρντ, σε πρόσφατη συνέντευξή του στα “ΝΕΑ”. Η φράση αυτή, η οποία θυμίζει τηνγκραμσιανή προσέγγιση της απαισιοδοξίας της νόησης και της αισιοδοξίας της βούλησης,επιχειρεί να μεταδώσει μια ειλικρινή, υπεύθυνα αισιόδοξη προσέγγιση σε χαλεπούς καιρούς. Ηπρώτη εσωτερική αντίσταση στην διευρυμένη απόγνωση και τον διάχυτο φόβο είναι η ελπίδα. Ωστόσο, ο Σαντέλ προχωράει πέρα από την εσωτερική αντίσταση της ελπίδας και παίρνει θέσηστη σημασία της συλλογικής ευθύνης. Η εύρεση νέων τρόπων συμμετοχής, νέων μορφώνσυλλογικοτήτων που ανταποκρίνονται στα καθημερινά βιώματα των πολιτών, με στόχο την συμπλήρωση και την ανανέωση του αντιπροσωπευτικού μοντέλου, αποτελεί κεντρικό διακύβευμα σε μια εποχή θεσμικής κόπωσης. Κατατοπιστικό είναι το παράδειγμα από τα Συμβούλια Πολιτών στη Γαλλία, τα οποία αποτελούν παγκόσμια πρωτοπορία, τόσο μέσα από τα Συμβούλια Πολιτών του Μακρόν κατά την πρώτη του θητεία, όσο και διαμέσου των Συμβουλίων Πολιτών του Δήμου Παρισιού, τα οποία αναπτύχθηκαν τα τελευταίαχρόνια και αποτελούν ένα από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα, όπου μάλιστα ένα μέρος τωνπροτάσεων υιοθετήθηκαν από την διοίκηση της πόλης. Ήδη από το 2021 ο ΟΟΣΑ έχεικαταγράψει πάνω από 650 αντίστοιχες πρωτοβουλίες παγκοσμίως, κυρίως τοπικού χαρακτήρα.Μάλιστα, υπάρχουν περιπτώσεις θεσμοθετημένων διαβουλευτικών Συμβουλίων Πολιτών καιστην Ελλάδα, με κύριο παράδειγμα τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου της ΕΡΤ την περίοδο2015-2018, τα οποία είχαν εθνική εμβέλεια. Σε κοινή κατεύθυνση κινείται η Σαλομέ Σακέ μέσα από το βιβλίο της με τίτλο «Αντισταθείτε» (εκδ.Στερέωμα, 2025), ένα δοκίμιο που αφορά την ανάγκη κατανόησης της μεγάλης αύξησης στηναπήχηση των απόψεων της ακροδεξιάς και τη σημασία της συλλογικής αντίστασης και τηςεπανεφεύρεσης των αφηγήσεων γύρω από το συνανήκειν, την αλληλεγγύη και την χαρά ωςαντισταθμίσματα της απαισιοδοξίας και της παραίτησης. Το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε στατέλη του 2024 στη Γαλλία (με τίτλο «Résister») και έχει πουλήσει ήδη πάνω από 400χιλιάδες αντίτυπα, έχει ως επίκεντρο τη Γαλλία και το σοκ της κατακόρυφης ανόδου της Λεπένστις ευρωεκλογές και τον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών, ενώ κάνει και μια ευρύτερηαναφορά στην κατάσταση που επικρατεί στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στο τέλος του βιβλίου, ησυγγραφέας αναφέρεται στην προοπτική εύρεσης νέων τρόπων αντίστασης μέσα από τησυμμετοχή και τη συλλογική δράση των πολιτών, τον ρόλο των σύγχρονων μέσων ενημέρωσηςκαι της δημοσιογραφίας στην αναζωογόνηση του καθημερινού, δημοκρατικού διαλόγου και τηςδιαβούλευσης. Το 2026 κατέστησε σαφές από τις πρώτες ημέρες ότι οι συζητήσεις για τους κινδύνους τηςανόδου της ακροδεξιάς παγκοσμίως δεν είναι γραφικές, ότι τα φαινόμενα δεν απατούν, αλλάβρίσκονται μπροστά μας, πόσο δε μάλλον, μπροστά στις οθόνες μας. Ένα καθημερινόσκρολάρισμα στα social media, είναι αρκετό έως ότου δούμε ξαφνικά το βίντεο της δολοφονίας της Reneé Good από τον ICE, την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής των ΗΠΑ. Το βίντεο διαδίδεται μέσα σε λίγες ημέρες σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, η ομάδα του ICE βρισκόταν σε «αυτοάμυνα». Βεβαίως, η ύπαρξη της ακροδεξιάς στο προσκήνιο του πολιτικού χώρου είναι πλέον καθημερινήκαι απολύτως κανονικοποιημένη. Για την ακρίβεια, μπορεί να θεωρηθεί άστοχη η χρήση τωνλέξεων «άνοδος» – «ανάδυση». Ο πολιτικός χώρος της ακροδεξιάς δεν βρίσκεται απλά στην περίοδο ανόδου, αλλά στην βαθμιαία απόκτηση θέσεων εξουσίας και τον σχηματισμό κυβερνήσεων. Η ακροδεξιά συμπυκνώνει σε γενικές γραμμές το σύνολο των πολιτικών αυτών ομάδων που, παρά τις διαφορές που έχουν, διέπονται από κοινές αντιλήψεις: έντονο εθνικισμό, περιφρόνηση των δημοκρατικών αρχών και υποστήριξη αυταρχικών πρακτικών, ετεροφοβία, απόρριψη της μετανάστευσης και της πολυπολιτισμικότητας, απόρριψη του αυτοπροσδιορισμού των κοινωνικών ταυτοτήτων. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά η Χάνα Άρεντ στο έργο της «Οι απαρχές του Ολοκληρωτισμού»(1951), ο μεγάλος κίνδυνος είναι η αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε έγκαιρα αυτή τη ριζική νέαδιαμόρφωση ενός αυταρχικού ρεύματος που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Από τη μια, ο χαρακτηρισμός της κατάστασης ως (προ)φασιστικής – νιώθοντας αμηχανία με το άκουσμα της λέξης – ρισκάρει να ακούγεται «γραφικός», οδηγώντας στην απομάκρυνση του κόσμου από το θέμα «γιατί υπερβάλλουμε». Από την άλλη, η αποσιώπηση στις εξελίξεις και η παραίτηση είναι πράξεις αφέλειας και οδηγούν σε αδιέξοδο και απόγνωση, πλαίσιο στο οποίο ευδοκιμούν οι απόψεις αυτές. Σύμφωνα με την Σαλομέ Σακέ, σημαντικές ενδείξεις είναι ήδη εμφανείς και μπορούν να αναγνωριστούν στον πυρήνα της ανόδου της ακροδεξιάς. Πολλά από αυτά που για πολλά χρόνια χαρακτήριζαν ένα σκοτεινό παρελθόν και βρήκαν καταφύγιο μόνο σε ένα μέρος περιθωριακών ομάδων ακραίων απόψεων, σήμερα εμφανίζονται ως διακριτά στοιχεία στην πολιτική του Πρόεδρου των ΗΠΑ. Κεντρικό παράδειγμα, η δράση του ICE εντός των ΗΠΑ. Μέσα σε όλα αυτά, η καθημερινότητα μας βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο μεταξύ brainrot/χρόνιας υπερκόπωσης και ψηφιακής αυταπάτης. Αναζητούμε την κοινή λογική, εκείνη στην οποία μπορούμε να βασιστούμε μέσα σε ένα αχανή κόσμο δεδομένων και διασπάσεων προσοχής. Μπορεί το συμβάν της δολοφονίας της Γκουντ να έλαβε χώρα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά ζώντας σε μια τόσο «συνδεδεμένη» κοινωνία, αποτελεί ένα κοινό ψηφιακό βίωμα. Το ερώτημα είναι αν τα ψηφιακά βιώματα είναι αρκετά για να μας κινητοποιήσουν να προβάλλουμε αντίσταση στην έλευση φοβικών αντιλήψεων στοχοποίησης και αποκλεισμού, απόρριψης της πολιτισμικής ποικιλομορφίας και των δημοκρατικών αξιών. Τα social media, με τον τρόπο που είναι δομημένα, δημιουργώντας αλγοριθμικά echo chambers, ίσως να μας οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση. Αντί να κινητοποιούν τα δημοκρατικά echo chambers, τα αποθαρρύνουν όλο και περισσότερο. Παρά το απαισιόδοξο κλίμα που επικρατεί παγκοσμίως, οι δύο προσεγγίσεις, τόσο του Σαντέλ,όσο και της Σακέ, τονίζουν ότι τώρα είναι η στιγμή να κινητοποιηθούμε, ως ενεργοί πολίτες,καθώς ανοίγει ένας παγκόσμιος διάλογος, που μας αφορά όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σχετικά με την ανάγκη εύρεσης «δημοκρατικών καινοτομιών», οι οποίες θαεπιτρέψουν την πιο άμεση συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση μιας νέας κοινής βάσηςαλληλοκατανόησης, συνύπαρξης και κοινωνικής δικαιοσύνης.