Σουδάν: Η μεγαλύτερη εν εξελίξει ανθρωπιστική κρίση
Σουδάν: Η μεγαλύτερη εν εξελίξει ανθρωπιστική κρίση Γράφει η Εύη Ράπτη Χρόνος Ανάγνωσης: 3 λεπτά Σε μια διεθνή σκηνή πολιτικής αστάθειας, ηθικής κατάπτωσης και πολλαπλών ανθρωπιστικών κρίσεων δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε στο Σουδάν. Στη τρίτη μεγαλύτερη χώρα της Αφρικής αυτή την στιγμή εξελίσσεται ένας εμφύλιος και μια γενοκτονία ταυτοχρόνως κάτι που έχει οδηγήσει στην μεγαλύτερη σύγχρονη ανθρωπιστική καταστροφή στον κόσμο. Τι συμβαίνει όμως στο Σουδάν; Πώς ξεκίνησε ο πόλεμος; Το 1989, περίοδος κατά την οποία το Σουδάν είχε να αντιμετωπίσει έναν εμφύλιο, οικονομική αστάθεια και μια γενική αίσθηση λαϊκής δυσφορίας, ο δικτάτορας Ομάρ αλ Μπασίρ εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση διαπράττοντας πραξικόπημα, ανατρέποντας την κυβέρνηση του Σαντίκ αλ-Μάχντι. Η στρατιωτική δύναμη που είχε χτίσει ανά τα χρόνια και οι διασυνδέσεις του με το Εθνικό Ισλαμικό Μέτωπο (NIF) τον βοήθησαν να ανέβει στην εξουσία. Η θητεία του χαρακτηρίστηκε από αυστηρή επιβολή ισλαμικού δικαίου που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από μη μουσουλμανικές κοινότητες καθώς και από πλήρη στρατιωτικό ολοκληρωτισμό. Παράλληλα ο εμφύλιος συνεχιζόταν και κλιμακώθηκε με έντονες διαμάχες που κατέληξαν στην διάσχιση της χώρας το 2011 διαμορφώνοντας τα σημερινά σύνορα του Σουδάν και Νότιου Σουδάν. Τρείς δεκαετίες μετά το πραξικόπημα, τον Δεκέμβριο του 2018, άρχισαν μαζικές διαδηλώσεις και εξεγέρσεις Σουδανών πολιτών αιτούμενων δημοκρατικής κυβέρνησης. Μερικούς μήνες αργότερα οι “Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης” (παραστρατιωτική δύναμη, πρώην “Jinjaweed”, αλλιώς: RSF υπό τον Μοχάμεντ Χαμντάν Νταγκάλο “Hemedti”) μαζί με τις Σουδανικές Ένοπλες Δυνάμεις (στρατός του Σουδάν, αλλιώς: SAF υπό τον Αμπντέλ Φαττάχ αλ Μπορχάν) έκαναν πραξικόπημα ανατρέποντας τον Μπασίρ. Τα πράγματα στο Σουδάν φαινόταν να πηγαίνουν καλύτερα και να οδεύουν προς την δημοκρατία. Παρόλα αυτά μετά από αρκετές αποτυχημένες κυβερνητικές συμβάσεις και συμφωνίες μεταξύ των δύο πραξικοπηματιών και των διαδηλωτών, ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στην RSF και τον SAF στις 15 Απριλίου 2023. Σήμερα: Η RSF ελέγχει μεγάλο μέρος του δυτικού Σουδάν και 4 από τις 5 πολιτείες της Νταρφούρ, ενώ ο SAF ελέγχει πλέον από τον Μάρτιο την πρωτεύουσα Χαρτούμ και την Ελ-Φασέρ, μαζί με άλλες περιοχές κυρίως στο ανατολικό και βόρειο κομμάτι της χώρας. Η RSF κατηγορείται για διάπραξη γενοκτονίας στην Νταρφούρ στοχοποιώντας εθνικές ομάδες όπως οι Μασαλίτ· σύμφωνα με μετρήσεις τα θύματα ανέρχονταν μέχρι και 15.000 το 2023. Η στοχοποίηση αυτή είναι επιβεβαιωμένη από τον ΟΗΕ. Επιπλέον επιτίθενται σε περιοχές αμάχων, νοσοκομεία, χώρους συγκέντρωσης εκτοπισμένων, διαπράττουν βιασμούς και σωματεμπόριο κοριτσιών και γυναικών. Η RSF για να επανδρώσει τις μονάδες της, επιστρατεύει ανθρώπους από Νότιο Σουδάν, Τσαντ και Λιβύη, πολλοί από τους οποίους είναι ανήλικοι. Επίσης τα ΗΑΕ έχουν κατηγορηθεί για συνενοχή στην γενοκτονία, εξαιτίας χρηματοδοτήσεων και εφοδιασμού πολεμικών εξοπλισμών στην RSF, αλλά κυρίως από την στιγμή που βρέθηκαν διαβατήρια της χώρας σε περιοχές ελεγχόμενες από την RSF. Ο SAF στράφηκε για στρατιωτικό δυναμικό σε εθνικές κοινότητες, οι οποίες υπέφεραν από την βία και τις γενοκτονικές πρακτικές αραβικών ενόπλων δυνάμεων (Jinjaweed) πριν 20 χρόνια (300.000 θύματα), τους Μασαλίτ και τους Φουρ. Και αυτή η πλευρά κατηγορείται για επιθέσεις σε αμάχους, ιατρικές εγκαταστάσεις και έμφυλη βία. Συνολικά 14 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί, ενώ σύμφωνα με τον ΟΗΕ το Σουδάν είναι η μοναδική χώρα που βρίσκεται σε λιμό στο στάδιο 5 εδώ και έναν χρόνο (IPC stage 5/“Catastrophe” “Famine”), με περιοχές όπως το Νότιο Σουδάν, η Αϊτή και το Μάλι να ακολουθούν με ανησυχητικούς ρυθμούς. Σύμφωνα πάλι με τον ΟΗΕ 6.7 εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν άμεσα από σεξουαλικά εγκλήματα. Τόσο η RSF όσο και ο SAF έχουν διαπράξει εγκλήματα πολέμου παραβιάζοντας το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Οργανώνουν επιθέσεις και πολεμικές συγκρούσεις σε πυκνά κατοικημένες περιοχές αμάχων, εκθέτοντας τον ήδη ταλαιπωρημένο από την φτώχεια και την μακροχρόνια δικτατορία λαό του Σουδάν σε ακόμα πιο απάνθρωπες και επικίνδυνες συνθήκες, ενώ η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί αδιάφορα.