Skip to main content

ΕΥ ΠΟΛΙΤΕΥΕΣΘΑΙ

Κατώτατος μισθός: Μια “αύξηση” που δεν αυξάνει τις ελπίδες

Γράφει η Ευαγγελία Καλτσούδα Η πρόσφατη ανακοίνωση για την αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, αν και καλοδεχούμενη, δεν φαίνεται πως κατάφερε να εμπνεύσει και τόσο το αίσθημα προόδου και ασφάλειας που, θεωρητικά πάντα, θα έπρεπε να συνοδεύει μια τέτοια πρωτοβουλία μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας, σαν την Ελλάδα. Οι συζητήσεις γύρω από το ζήτημα του κατώτατου μισθού επικεντρώνονται συνήθως στο “πόσο” . Εν μέρει κατανοητό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τις αντίξοες -ομολογουμένως- οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, αλλά και την συνεχή αντιπαραβολή του δικού μας κατώτατου με άλλων, λόγου χάρη των κεντρικών-δυτικών χωρών ή ακόμη και του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης… Ωστόσο, λίγες είναι οι φορές που ασχολούμαστε πραγματικά με το “πώς” και το “γιατί” . Πώς αποτυπώνονται, στην ουσία, σε μια τέτοια αύξηση, οι υπέρογκες ανάγκες διαβίωσης των εργαζομένων, και ειδικά των νέων; Πώς επηρεάζεται η καθημερινότητα των μέσων πολιτών, εκείνων που μετα βίας πασχίζουν να βιοποριστούν και ήδη ζουν σε αβεβαιότητα; Και κυρίως: γιατί, ακόμη κι όταν αυξάνεται ο κατώτατος μισθός, το αίσθημα αβεβαιότητας παραμένει το ίδιο; Η απάντηση ίσως να βρίσκεται στο γεγονός ότι ο κατώτατος μισθός δεν είναι από μόνος του ένα εργαλείο κοινωνικής πολιτικής, αλλά ένα κομμάτι ενός μεγαλύτερου πλαισίου. Με ζητήματα όπως η ακρίβεια των βασικών αγαθών, η στεγαστική κρίση, οι αλλαγές στην αγορά εργασίας και, παρ’ όλα αυτά, η δυσκολία στην εύρεση καλά αμείβοντος εργασιακού δυναμικού, να αποτελούν ήδη προβλήματα που δεν επιλύονται εύκολα μόνο με τη βελτίωση των στατιστικών, η υποτιθέμενη αυτή “αύξηση” ουδέποτε καταλήγει στην τσέπη των πολιτών, αλλά σε προσαυξήσεις στην εφορία και διεκπεραίωση άλλων υποχρεώσεων. Σε μια χώρα όπου η φράση “Μένω με τους γονείς μου μέχρι τα 30” δε θεωρείται πλέον κάτι παράξενο και η μερική απασχόληση συχνά αντιμετωπίζεται ως η “πρώτη γεύση της αγοράς”, οι αυξήσεις στον κατώτατο μοιάζουν περισσότερο με ημίμετρο παρά με πραγματική ανάκαμψη. Κοινή παραδοχή πλέον αποτελεί, πως επιβάλλεται να ανοίξει μια πιο ειλικρινής και μακροπρόθεσμη συζήτηση για το πώς η πολιτεία θα εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, ουσιώδη στήριξη της εργασίας και προοπτική για τις επόμενες γενιές. Ο κατώτατος μισθός ,σε τελική ανάλυση, δεν είναι μόνο αριθμός. Και προπάντων, κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν είναι η σπίθα αυτή αισιοδοξίας, που κάποιοι αναφέρουν πως θα δώσει πνοή στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Είναι καθρέφτης των προτεραιοτήτων μας ως κοινωνία. Και αυτή τη στιγμή, η αντανάκλαση δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξη… Αρκεί μια υποτυπώδης αύξηση για να αλλάξει η καθημερινότητα; Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε, αλλά για πολλούς η επιβίωση εξακολουθεί να μοιάζει με αγώνα. Όταν το κόστος ζωής ανεβαίνει συνεχώς, η απάντηση δεν είναι μόνο στα νούμερα, αλλά σε ένα συνολικό σχέδιο για αξιοπρεπή εργασία,στέγαση και προοπτική. Για να αποκτήσουν νόημα οι αριθμοί, πρέπει να συνδέονται με την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα των νέων σήμερα δεν πρόκειται να βελτιωθεί μόνο με μια αύξηση του κατώτατου, που δε θα φανεί και ποτέ στο πορτοφόλι τους. Χρειάζεται πολιτκή βούληση, δημόσιος διάλογος και κυρίως, η φωνή των ίδιων των νέων στο προσκήνιο. Όχι ως παρατηρητές ή απλώς σχολιαστές, αλλά ως πραγματικοί συμμέτοχοι, που παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους. Η αληθινή εικόνα της νέας γενιάς. Ίσως έχει έρθει η ώρα να σταματήσουμε να ρωτάμε μόνο “πόσο” και να αρχίσουμε να διεκδικούμε το “πώς” και το “γιατί” . Πώς θέλουμε να εργαζόμαστε; Γιατί συμβιβαζόμαστε με τα ελάχιστα; Και, κυρίως, πώς μπορούμε συλλογικά να διαμορφώσουμε μια αγορά εργασίας που να δίνει πραγματικές προοπτικές ανέλιξης, αντί για παραιτήσεις; Ο κατώτατος μισθός μπορεί να παραμένει στα τάρταρα, όσο επικρατούν αυτές οι συνθήκες, αλλά η δική μας διεκδίκηση, ως νέα γενιά, οφείλει να είναι το καλύτερο αύριο, ώστε να μην μένει κανένας κολλημένος σε αυτόν.