Ρουάντα 1994: Η Γενοκτονία που ο κόσμος αγνόησε
Ρουάντα 1994: Η Γενοκτονία που ο κόσμος αγνόησε Γράφει ο Άρης Στεργίου Χρόνος Ανάγνωσης: 4 λεπτά Στις 7 Απριλίου 1994, ξεκίνησε ένα από τα πιο τραγικά κεφαλαια στην ιστορία της Αφρικής και ολόκληρου του κόσμου: η γενοκτονία στη Ρουάντα. Το γεγονός αυτό ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο τις καταστροφικές συνέπειες του εθνοτικού μίσους, αλλά και τις σοβαρές αδυναμίες της διεθνούς κοινότητας να αποτρέψει μαζικά εγκλήματα. Μέσα σε περίπου εκατό ημέρες, περισσότεροι από 800.000 άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Οι σφαγές πραγματοποιήθηκαν με πρωτοφανή αγριότητα και συστηματικότητα, συχνά με τη συμμετοχή όχι μόνο οργανωμένων ομάδων αλλά και απλών πολιτών. Το Ιστορικό Πλαίσιο Οι ρίζες της σύγκρουσης εντοπίζονται στην αποικιακή περίοδο, όταν η Ρουάντα βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Βελγίου. Οι αποικιοκρατικές αρχές ενίσχυσαν τεχνητά τις διαφορές μεταξύ Χούτου και Τούτσι, οι οποίες είναι δύο κυρίαρχες πληθυσμιακές ομάδες της χώρας με 85% και 15% του πληθυσμού αντίστοιχα. Οι αποικιοκράτες εισήγαγαν ταυτότητες που κατέγραφαν την εθνοτική καταγωγή και ευνοώντας τους Τούτσι στη διοίκηση, με οικονομικά αλλά πολλές φορές και με ρατσιστικά κριτήρια (για παράδειγμα, ήταν ψηλότεροι και είχαν πιο ανοιχτό δέρμα). Μετά την ανεξαρτησία το 1962, η εξουσία πέρασε στους Χούτου, γεγονός που οδήγησε σε διώξεις και εκτοπισμούς των Τούτσι, δημιουργώντας βαθιές κοινωνικές εντάσεις. Μέχρι την δεκαετία του ’80, η Ρουάντα κυριαρχούνταν σε όλους τους τομείς πλήρως από τους Χούτου, οδηγώντας πολλούς Τούτσι στο να εγκαταλείψουν την χώρς και να προσφύγουν στην Ουγκάντα. Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, η ένταση κορυφώθηκε με την εμφάνιση του Πατριωτικού Μετώπου της Ρουάντα, ενός αντάρτικου κινήματος αποτελούμενου κυρίως από εξόριστους Τούτσι, το οποίο εισέβαλε στο κράτος το 1990, προχωρώντας σε μια σειρά επιχειρήσεων, απαιτώντας δημοκρατία και επιστροφή των προσφύγων. Παρά τις προσπάθειες ειρήνευσης μέσω των Συμφωνιών της Αρούσα -που προέβλεπαν μεταβατική κυβέρνηση και την επιβλεψή της από Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ- οι εξτρεμιστές Χούτου προετοίμαζαν συστηματικά την εξόντωση των Τούτσι, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο για προπαγάνδα εναντίον τους. Η αδράνεια του ΟΗΕ Παρά τις ενδείξεις για επικείμενες βιαιοπραγίες, το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ίδρυσε το 1993 την Αποστολή Βοήθειας του ΟΗΕ για τη Ρουάντα, με περιορισμένες αρμοδιότητες. Η αποστολή δεν διέθετε ούτε την εντολή ούτε τα μέσα για να αποτρέψει τη γενοκτονία, γεγονός που συνέβαλε στην ανεξέλεγκτη εξέλιξη των σφαγών. Ο επικεφαλής της αποστολής Ρομεό Νταλέρ είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο μαζικής σφαγής και είχε ζητήσει ενίσχυση και άδεια για προληπτική δράση, όμως τα αιτήματά του απορρίφθηκαν, καθώς το ζήτημα θεωρούνταν αποκλειστικά εσωτερικό. Παράλληλα, η διεθνής κοινότητα δίστασε να χρησιμοποιήσει τον όρο «γενοκτονία», αποφεύγοντας έτσι τις νομικές υποχρεώσεις για επέμβαση. Μόνο έναν μήνα μετά την έναρξη της Γενοκτονίας αποφασίστηκε η αποστολή 5.000 κυανόκρανων, μόνο που τότε ήταν πλέον αργά. Η αφορμή Η δολοφονία του Ζουβενάλ Χαμπιαριμανά και του Σιπριάν Νταριαμιρά, των προέδρων της Ρουάντα και του Μπουρούντι αντίστοιχα, στις 6 Απριλίου 1994, υπήρξε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Το αεροπλάνο που τους μετέφερε καταρρίφθηκε κοντά στην πρωτεύουσα, Κιγκάλι. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για την έναρξη μιας οργανωμένης γενοκτονίας. Μέσα σε λίγες ώρες, παραστρατιωτικές ομάδες και κρατικές δυνάμεις ξεκίνησαν μαζικές σφαγές, ενώ τα μέσα ενημέρωσης υποκινούσαν ανοιχτά τη βία. Οι δολοφονίες πραγματοποιούνταν συχνά με απλά μέσα, όπως ματσέτες, και με τη συμμετοχή ακόμη και απλών πολιτών, είτε από φόβο είτε από προπαγάνδα. Οι μετριοπαθείς Χούτου που αντιτάχθηκαν σε αυτή τη σφαγή εξουδετερώθηκαν. Σε ένα σχολείο στα δυτικά της χώρας, όπου είχαν βρει καταφύγιο 2.000 Τούτσι, όλοι δολοφονήθηκαν. Συνολικά, υπολογίζεται ότι μέσα σε τρεις μήνες δολοφονήθηκαν περίπου 800.000 άνθρωποι, αριθμός που αντιστοιχεί στο 70% του πληθυσμού των Τούτσι και στο 20% του συνολικού πληθυσμού της Ρουάντα. Η Γενοκτονία τελείωσε μόνο όταν το Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα κατέλαβε το Κιγκάλι και ανέλαβε τον έλεγχο της χώρας. Συνέπειες Ο ΟΗΕ ίδρυσε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα (ICTR), με έδρα την Αρούσα της Τανζανίας. Το Δικαστήριο του ΟΗΕ δίκασε υψηλόβαθμα μέλη της κυβέρνησης και των ενόπλων δυνάμεων, ενώ η Ρουάντα δίκασε κυρίως κατοίκους –περίπου 2 εκατομμύρια– σε λαϊκά δικαστήρια. Το δικαστήριο ολοκλήρωσε το έργο του στις 31 Δεκεμβρίου 2015.
Σουδάν: Η μεγαλύτερη εν εξελίξει ανθρωπιστική κρίση
Σουδάν: Η μεγαλύτερη εν εξελίξει ανθρωπιστική κρίση Γράφει η Εύη Ράπτη Χρόνος Ανάγνωσης: 3 λεπτά Σε μια διεθνή σκηνή πολιτικής αστάθειας, ηθικής κατάπτωσης και πολλαπλών ανθρωπιστικών κρίσεων δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε στο Σουδάν. Στη τρίτη μεγαλύτερη χώρα της Αφρικής αυτή την στιγμή εξελίσσεται ένας εμφύλιος και μια γενοκτονία ταυτοχρόνως κάτι που έχει οδηγήσει στην μεγαλύτερη σύγχρονη ανθρωπιστική καταστροφή στον κόσμο. Τι συμβαίνει όμως στο Σουδάν; Πώς ξεκίνησε ο πόλεμος; Το 1989, περίοδος κατά την οποία το Σουδάν είχε να αντιμετωπίσει έναν εμφύλιο, οικονομική αστάθεια και μια γενική αίσθηση λαϊκής δυσφορίας, ο δικτάτορας Ομάρ αλ Μπασίρ εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση διαπράττοντας πραξικόπημα, ανατρέποντας την κυβέρνηση του Σαντίκ αλ-Μάχντι. Η στρατιωτική δύναμη που είχε χτίσει ανά τα χρόνια και οι διασυνδέσεις του με το Εθνικό Ισλαμικό Μέτωπο (NIF) τον βοήθησαν να ανέβει στην εξουσία. Η θητεία του χαρακτηρίστηκε από αυστηρή επιβολή ισλαμικού δικαίου που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από μη μουσουλμανικές κοινότητες καθώς και από πλήρη στρατιωτικό ολοκληρωτισμό. Παράλληλα ο εμφύλιος συνεχιζόταν και κλιμακώθηκε με έντονες διαμάχες που κατέληξαν στην διάσχιση της χώρας το 2011 διαμορφώνοντας τα σημερινά σύνορα του Σουδάν και Νότιου Σουδάν. Τρείς δεκαετίες μετά το πραξικόπημα, τον Δεκέμβριο του 2018, άρχισαν μαζικές διαδηλώσεις και εξεγέρσεις Σουδανών πολιτών αιτούμενων δημοκρατικής κυβέρνησης. Μερικούς μήνες αργότερα οι “Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης” (παραστρατιωτική δύναμη, πρώην “Jinjaweed”, αλλιώς: RSF υπό τον Μοχάμεντ Χαμντάν Νταγκάλο “Hemedti”) μαζί με τις Σουδανικές Ένοπλες Δυνάμεις (στρατός του Σουδάν, αλλιώς: SAF υπό τον Αμπντέλ Φαττάχ αλ Μπορχάν) έκαναν πραξικόπημα ανατρέποντας τον Μπασίρ. Τα πράγματα στο Σουδάν φαινόταν να πηγαίνουν καλύτερα και να οδεύουν προς την δημοκρατία. Παρόλα αυτά μετά από αρκετές αποτυχημένες κυβερνητικές συμβάσεις και συμφωνίες μεταξύ των δύο πραξικοπηματιών και των διαδηλωτών, ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στην RSF και τον SAF στις 15 Απριλίου 2023. Σήμερα: Η RSF ελέγχει μεγάλο μέρος του δυτικού Σουδάν και 4 από τις 5 πολιτείες της Νταρφούρ, ενώ ο SAF ελέγχει πλέον από τον Μάρτιο την πρωτεύουσα Χαρτούμ και την Ελ-Φασέρ, μαζί με άλλες περιοχές κυρίως στο ανατολικό και βόρειο κομμάτι της χώρας. Η RSF κατηγορείται για διάπραξη γενοκτονίας στην Νταρφούρ στοχοποιώντας εθνικές ομάδες όπως οι Μασαλίτ· σύμφωνα με μετρήσεις τα θύματα ανέρχονταν μέχρι και 15.000 το 2023. Η στοχοποίηση αυτή είναι επιβεβαιωμένη από τον ΟΗΕ. Επιπλέον επιτίθενται σε περιοχές αμάχων, νοσοκομεία, χώρους συγκέντρωσης εκτοπισμένων, διαπράττουν βιασμούς και σωματεμπόριο κοριτσιών και γυναικών. Η RSF για να επανδρώσει τις μονάδες της, επιστρατεύει ανθρώπους από Νότιο Σουδάν, Τσαντ και Λιβύη, πολλοί από τους οποίους είναι ανήλικοι. Επίσης τα ΗΑΕ έχουν κατηγορηθεί για συνενοχή στην γενοκτονία, εξαιτίας χρηματοδοτήσεων και εφοδιασμού πολεμικών εξοπλισμών στην RSF, αλλά κυρίως από την στιγμή που βρέθηκαν διαβατήρια της χώρας σε περιοχές ελεγχόμενες από την RSF. Ο SAF στράφηκε για στρατιωτικό δυναμικό σε εθνικές κοινότητες, οι οποίες υπέφεραν από την βία και τις γενοκτονικές πρακτικές αραβικών ενόπλων δυνάμεων (Jinjaweed) πριν 20 χρόνια (300.000 θύματα), τους Μασαλίτ και τους Φουρ. Και αυτή η πλευρά κατηγορείται για επιθέσεις σε αμάχους, ιατρικές εγκαταστάσεις και έμφυλη βία. Συνολικά 14 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί, ενώ σύμφωνα με τον ΟΗΕ το Σουδάν είναι η μοναδική χώρα που βρίσκεται σε λιμό στο στάδιο 5 εδώ και έναν χρόνο (IPC stage 5/“Catastrophe” “Famine”), με περιοχές όπως το Νότιο Σουδάν, η Αϊτή και το Μάλι να ακολουθούν με ανησυχητικούς ρυθμούς. Σύμφωνα πάλι με τον ΟΗΕ 6.7 εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν άμεσα από σεξουαλικά εγκλήματα. Τόσο η RSF όσο και ο SAF έχουν διαπράξει εγκλήματα πολέμου παραβιάζοντας το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Οργανώνουν επιθέσεις και πολεμικές συγκρούσεις σε πυκνά κατοικημένες περιοχές αμάχων, εκθέτοντας τον ήδη ταλαιπωρημένο από την φτώχεια και την μακροχρόνια δικτατορία λαό του Σουδάν σε ακόμα πιο απάνθρωπες και επικίνδυνες συνθήκες, ενώ η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί αδιάφορα.